Το "χρήμα"
Η πίστη, και κατά τον Παύλο( Προς Εβρ. Ια, 1), είναι «ελπιζομένων πεποίθησις», δηλαδή «βεβαίωσις πραγμάτων μη βλεπομένων».
Η πίστη είναι ταυτόχρονα εγωισμός και απόλυτη αυτοάρνηση. Διότι δρω γιʼ αυτό που πιστεύω( πχ Θεό ή χρήμα), σημαίνει δρω για μένα, αλλά η αξία της δράσης μου, δεν αποδίδεται σʼ εμένα: την κατέχει, έτσι κι αλλιώς, ή ο Θεός ή το χρήμα( ή όποιο άλλο ουσιαστικό της πίστης σου).
Η πίστη, έτσι κι αλλιώς, είναι ένα πάθος, πάθος όμως γένους και όχι είδους. Είναι δηλαδή επίθετο ανθρώπινο, που κάνει τον άνθρωπο γένος, από είδος. Είναι θεμελιακό στοιχείο «εξημέρωσης», προς «πολιτισμό»: αν ως τέτοιον εννοήσουμε το γενικό πλαίσιο συνύπαρξης του ανθρώπου, με τα υπόλοιπα «οικόσιτα», προς ικανοποίησή του. Γιατί, κατά το βάθος της κάθε «ανθρώπινης συνείδησης», το κάθε ζητούμενό της, προσδοκά την ικανοποίηση. Ο θάνατος αρχίζει τη μουρμούρα του, αφότου κανείς αρχίζει να μπαίνει σε ύφεση των προσδοκιών ικανοποίησης. Χωρίς την προσδοκία ικανοποίησης, ο κάθε άνθρωπος «χάνει το νόημα της ζωής»(του).
Το μέτρο της πίστης είναι ανάλογο με το μέγεθος της σκιάς, που φωτίζει στο «βάθος της ψυχής-συνείδησης» του κάθε ανθρώπου, η προσδοκούμενή του ικανοποίηση.
Το πάθος εμπνέει καθετί μεγάλο στις πράξεις μας, και απʼ αυτό παίρνουν φτερά οι ιδέες μας, απʼ αυτό γεννιέται ακόμη και η προσδοκία της αθανασίας ή ακόμη και η ασύδοτη ελευθερία της ατομικότητας. Κάθε κίνηση του απείρου, καταξιώνεται, μέσω του πάθους. Το μέγιστο πάθος είναι εκείνο που προσμένει το αδύνατο. Είναι εκείνο που ποθεί το άτομο, και όσο περισσότερο εκείνα εναντίον των οποίων μάχεται είναι ουσιαστικά(πράγματα) μεγάλα και ισχυρά(«τρομερά»), όσο περισσότερο ο σκοπός και τα εμπόδια είναι υψηλότερα( θόλος-θάλλος), τόσο μεγαλύτερο και επίφοβο γίνεται και το ίδιο( το άτομο).
Η πίστη, ως πάθος, έχει μία σχέση πολύρροπη, με το χρόνο.. Αναζητά το χρόνο, γιατί δεν υπάρχει πίστη, παρά μόνον αν υπήρξε ιστορικό γεγονός. Γιατί η πίστη η ίδια είναι ιστορικό γεγονός, είναι εν χρόνω(παρόν) και προς χρόνο(μέλλον). Δεν υπήρξε πάντα η πίστη. Αν υπήρχε από πάντοτε, θα ήταν ενύπαρξη, δεν θα ήταν πια, η πίστη. Γιατί αυτή υπάρχει, μόνον όταν ζητάει κι όταν παίρνει χρόνο. Χρειάζεται πάντα, μία συναλλαγή χρόνου: «ελεύθερου χρόνου»!
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.