Αντιφραστικός λόγος
Ο στυλίστας, ο αισθαντικός μελομανής, ο αριστερός διανοούμενος Βλαντιμίρ Γιανκελεβίτς μιλάει για την ειρωνεία, αυτό το αμυντικό όπλο που έχουν στα χέρια τους οι χειριστές της γλώσσας για να χειραφετηθούν από τους πειθαναγκασμούς.
Ο Βλαντιμίρ Γιανκελεβίτς (1903-1985) κατέχει μια ιδιόμορφη θέση στον πίνακα της σύγχρονης γαλλικής φιλοσοφίας. Εξω από κάθε σύστημα (μολονότι υποστήριξε μια διδακτορική διατριβή για τον Schelling, 1933), έξω από κάθε συντεχνιακό κλίμα (μολονότι δίδαξε επί μακρόν στη Σορβόννη: 1951-1975), αφοσιώθηκε στα βασικά προβλήματα της ηθικής και της αισθητικής· από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς να τον «κατατάξει» στους μεγάλους
μοραλίστες, που έχουν παλαιόθεν συγκροτήσει λαμπρή και μακρά παράδοση στη Γαλλία, ή να τον χρίσει συνεχιστή της μπερξονικής σκέψης, την οποία ομολογουμένως θαύμαζε.
Παρά τη διόγκωση της σημερινής βιβλιογραφίας γύρω από το φαινόμενο της ειρωνείας, λόγω κυρίως της εντυπωσιακής αναβίωσης (σχεδόν νεκρανάστασης) της ρητορικής, που από τη δεκαετία του '60 περίπου και εφεξής αναπροσανατόλισε την πορεία της κριτικής και της θεωρίας της λογοτεχνίας και αναπροσδιόρισε τον τρόπο της φιλοσοφικής γραφής,
«Η ειρωνεία» του Γιανκελεβίτς εξακολουθεί να παρατίθεται ως βασικό κείμενο σε κάθε αξιόλογη καταγραφή των σχετικών μελετών.
Ο συνήθης και απλούστερος ορισμός της ειρωνείας ως
αντίφρασης (λέω το αντίθετο εκείνου που πράγματι εννοώ) θα μπορούσε κανείς να πει ότι την εντάσσει στον ευρύ χώρο της
αλληγορίας ή, καλύτερα, της ψευδολογίας, της
ψευδηγορίας: το «διπλό παιχνίδι», η ακροβατική άσκηση μεταξύ ταυτηγορίας και αλληγορίας, το διπλό επίπεδο του ειρωνικού λόγου, βυθίζει τον αποδέκτη του σε νοηματική αβεβαιότητα και σύγχυση, έτσι ώστε, αν λόγω υπερβολικής «σοβαρότητας» δεν ανέχεται το καθεστώς της αμφισημίας, βρίσκεται αναγκασμένος να επιλέξει ο ίδιος να διακινδυνεύσει μια εντελώς «προσωπική» ερμηνεία, δηλαδή να εκτιμήσει τα λεγόμενα δίχως να μπορεί διόλου να βασιστεί, να αγκυροβολήσει στα διακριτικά σημεία της συγκεκριμένης διατύπωσης. Ο αντιφραστικός, ειρωνικός λόγος συγγενεύει με το παράδοξο, το οξύμωρο ή το αντιφατικό και δημιουργεί μια επικοινωνία υψηλού κινδύνου, είναι σιβυλλικός: καταλαβαίνουμε ότι κάτι θέλει να πει αλλά δεν επιτρέπει να μάθουμε τι ακριβώς είναι αυτό. Η συλλογιστική βάσει της οποίας αποφασίζουμε απολύτως υπέρ
μιας από τις αντικρουόμενες τιμές του λόγου μπορεί προφανώς να καταλήξει σε λάθος αποτελέσματα, σε ατυχή «κατά γράμμα» ανάγνωση ενός πολυκωδικού μηνύματος.
Προς τι όμως αυτή η προσποίηση, η υποκρισία, η
dissimulatio μιας
κρυπτοφιλοσοφίας, μιας
philosophia arcana; Μια πρόχειρη απάντηση θεωρεί ότι η ειρωνεία είναι ύποπτη κακολογίας, σκώμματος, χλεύης, βλασφημίας· αποκαλείται συχνά «δηκτική», «αιχμηρή», μεταφέρει δηλαδή μια διάσταση
πολεμικής, όπου η ίδια λειτουργεί ως αποτελεσματικό όπλο, ως καλό εγχειρίδιον (στιλέτο). Με τους κατάλληλους αντιφραστικούς χειρισμούς καταφέρουμε πλήγματα, απευθύνουμε μομφές υπό το πρόσχημα ότι πλέκουμε εγκώμια, κατ' ευφημισμόν· ισχύει όμως και το αντίστροφο: η
πανηγυρική χρήση της ειρωνείας, η υποκοριστική λειτουργία της, όπου εγκωμιάζουμε υπό το πρόσχημα ότι ψέγουμε. Ο,τι παραμένει σταθερό είναι η ανατροπή της αναμενόμενης ιεράρχησης, η εναντίωση στο πάγιο σχήμα, η δημιουργία ισότοπων, συναρμόδιων επιχειρημάτων «πέραν του καλού και του κακού», σε οιονεί ηθική ουδετερότητα ή ισοσθένεια, στην αφιλοκέρδεια και στην αμφισημία του παιγνίου. «
Η ειρωνεία τιμά και ταυτόχρονα πιστώνει τη μαντική οξυδέρκεια του συνομιλητή της. Ακόμη περισσότερο, τον μεταχειρίζεται σαν πραγματικό εταίρο ενός διαλόγου. Στο επιδέξιο παιχνίδι της αντιστοιχεί το εκλεπτυσμένο αφτί. (...) Ετσι υφαίνει ανάμεσα στους εταίρους μια μορφή συνενοχής ή σιωπηρής συναίνεσης, καμωμένης από αμοιβαία εκτίμηση» * έχει σαφώς αντιδεσποτικό χαρακτήρα. Το άλας της ειρωνείας ανοσοποιεί την απόγνωση και δρα ως αντίδοτο στις ψευδοτραγωδίες της καθημερινότητας, ως μεγάλη παραμυθία και αρχή μέτρου και ισορροπίας· σέβεται τις αποχρώσεις, ξέρει να περιμένει τον
καιρόν, να θίγει το άθικτο, να εγγίζει το απρόσιτο· «
εκείνος που κωφεύει στον ψίθυρό της καταδικάζεται σε εδραίο δογματισμό και σε μακάρια αμβλύνοια».
Από την ασφυκτικά συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας της
«Ειρωνείας» του προκύπτει ότι ο Γιανκελεβίτς και εδώ, όπως στο σύνολο του έργου του, προτάσσει το αίτημα της ηθικής τελείωσης, της αυθεντικής ύπαρξης, εγγεγραμμένης στο
perpetuum mobile της φαντασμαγορίας του στιγμιαίου. Κύριοι συνομιλητές του είναι οι μεγάλοι «είρωνες» της παράδοσης του «στοχαστικού ψεύδους»: Σωκράτης και Γκραθιάν, Κίρκεγκαρντ και Νίτσε, γερμανοί ρομαντικοί και δεξιοτέχνες της λογοτεχνικής ειρωνείας, όπως π.χ. Στερν, Χόφμαν, Μποντλέρ και Χάινε. Μακράν του να εντοπίζει στην ειρωνική στρατηγική ένα ακόμη ρητορικό σχήμα μεταξύ πολλών άλλων, ένα ανέξοδο παιχνίδι σημασιολογικών αντιθέτων ή την ανάπτυξη ενός περίτεχνου
επιδεικτικού λόγου, αξιολογεί κριτικά τον μετασχηματισμό της προς τα τέλη του 18ου αιώνα,
στο πλαίσιο του ρομαντισμού (που πρωτίστως είναι στάση ζωής), του οποίου αποτελεί σχεδόν συνώνυμο, του οποίου γίνεται διακριτό έμβλημα.
Από την εποχή της πρώτης εμφάνισης του βιβλίου (1936) ως σήμερα πλήθυναν οι προσεγγίσεις του φαινομένου της ειρωνείας, γλωσσολογικές, ρητορικές, ψυχαναλυτικές, κοινωνιολογικές, φιλοσοφικές και πλείστοι αξιόλογοι μελετητές έγιναν προσεκτικοί ανατόμοι της κλασικής, της νεωτερικής, ακόμη και της μετα-νεωτερικής φάσης της. Από αυτή την άποψη, κατά τόπους, η μικρή μελέτη του μόλις 33χρονου Γιανκελεβίτς επιδέχεται συμπληρώσεις και ενδεχομένως χρειάζεται αναθεωρητικές επεμβάσεις. Αναντίλεκτα όμως παραμένει μια γοητευτική και πειστική πρόταση για την ωφέλιμη χρεία της ειρωνείας στον ανθρώπινο βίο.
Αμυντικό μάλλον παρά επιθετικό όπλο, η ειρωνεία αποτελεί ένα μέσον, ίσως το μοναδικό που έχει στη διάθεσή του ο χειριστής του λόγου για να χειραφετηθεί από κανονιστικούς πειθαναγκασμούς, χωρίς τον κίνδυνο να υποστεί κυρώσεις, αναπόδραστες σε περίπτωση ευθείας παραβίασης των εσκαμμένων.
Εναντίον του «φασισμού» της γλωσσικής νόρμας, που ο Μπαρτ κατήγγελλε άλλοτε με μια ρητορική υπερβολή διόλου απαλλαγμένη από ειρωνικά ψήγματα,
η ειρωνεία παρουσιάζεται ως «αντιφασιστική» απάντηση, ως το τελευταίο καταφύγιο της ατομικής ελευθερίας στο επίπεδο του ιδιόλεκτου.