Στο κάτω κάτω δεν ήταν σχολείο ήταν σχολή μιλάμε για 20 χρονών παιδία που σπούδαζαν εκεί μέσα. Γιατί κανένας δεν του συμπαραστάθηκε; Φίλους δεν είχε; Αυτά που τραβούσε δεν ήταν απλά να τον κοροϊδεύουν , το παιδί μιλάμε ότι έτρωγε ξύλο και τραβούσε του Χριστού τα πάθη! Τι αδιαφορία ήταν αυτή; Τόσο νταήδες και θηρία ήταν πια αυτοί οι Κρητικοί που όλοι σκίαζονταν να ταχθούν στο πλευρό του Βαγγέλη; Γιατί είμαστε τόσο παρτάκηδες και αδιάφοροι σαν κοινωνία και σαν άνθρωποι; Μία παροιμία λέει όταν βλέπεις φωτιά στο σπίτι του γείτονα να ξέρεις θα φτάσει και στο δικό σου, ούτε αυτό δεν αναλογίζονται οι περισσότεροι
Η ηλικία νομίζω δεν λέει κάτι για την λογική ωριμότητα ενός ανθρώπου. Οπότε ας μη δώσουμε βάση στην ηλικία. Εκεί που πρέπει να σταθούμε είναι στην αντίδραση της Ελληνικής κοινωνίας. Καθημερινή αδιαφορία, αναλγησία στα προβλήματα του συναθρώπου μας, κοινώς ένας μικρόκοσμος γύρω από το εγώ μας. Σήμερα, μια μουδιασμένη και σπασμωδική στάση. Μια από τα ίδια. Κάποιες μέρες αργότερα κανείς δεν θα θυμάται τον Βαγγέλη. Δεν κάνω πλέον ερωτήσεις χωρίς απάντηση γιατί η απάντηση είναι αυτονόητη. Κάποτε πρέπει να ξεκινήσουμε από το τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας, ως μέλη ενός κοινωνικού συνόλου. Υπάρχει μια νοοτροπία ότι μέσω της αδιαφορίας δείχνουμε κοινωνικά ανώτεροι και σοβαροί. Από την άλλη, η καθημερινότητα πολλών ανθρώπων δεν αφήνει τα περιθώρια χρόνου και διάθεσης, να σκεφτούν, να συνυπάρξουν, να δουν την πραγματική ζωή. Συνήθως οι θρασύδειλοι άνθρωποι είναι επιθετικοί με την ανοχή της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι είναι, ήταν και οι Κρητικοί. Είναι μέρος του προβλήματος. Τράβα σε σχολείο ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ υποβαθμισμένης γειτονιάς και μπορείς να δεις παρόμοιες φιγούρες. Όλοι ξέρουμε το πρόβλημα. Ξέρουμε όμως ότι η παιδεία έχει αποτύχει. Τι κάνουμε γι' αυτό;
Παραθέτω μέρος από το ποιήμα του Κώστα Βάρναλη, οι Μοιραίοι:
― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!