Προφανώς ήμαστε μία δράκα κοινωνών και παθόντων, σχετικά…παθιασμένων, εντός και επί τα αυτά: ήτοι, στην Ελλάδα. Διότι υποθέτω ότι δεν ήρθαμε εδώ(και στο E-steki.gr), όλοι λίγο πολύ, μόνον από μία κάποια περιέργεια, αλλά κι από μία δόση κοινής αγωνίας, που θέλει να κάνει ακόμη και την περιέργεια, μία πρώτη γόνιμη διάθεση. Διάθεση να απαντήσουμε σε ερωτήματά μας, διάθεση να πάρουμε απαντήσεις σε ερωτήματα, που κάνουν κοινωνία, λόγο της κοινότητας ενδιαφέροντος και της κοινότοπα πολιτικής τους σημασίας. Δηλαδή ήμαστε κατά μία έννοια, και συμπολίτες, εφόσον βέβαια ο καθένας μας εδώ, θεωρεί , ότι πίσω από την ανωνυμία του, υπάρχει κι ως «πολίτης παρά ταύτα». Κατʼ αυτή την έννοια, αντικειμενικά, εδώ και τώρα, η συνάντησή μας αυτή έχει πολιτική διάσταση. Πρωτόλεια σίγουρα, αλλά άμεσα δημοκρατική, εφόσον θεωρείται αυτονόητος ο σεβασμός μας μεταξύ αλλήλων: έστω χάρη της ανωνυμίας και της όποιας μέχρι στιγμής μεταξύ μας ξένωσης.
Υποθέτω ότι συναντιόμαστε εδώ όλοι, παρακινούμενοι βασικά από την ίδια διφυή αμηχανία, που αποκαλύπτεται με ερωτήματα του τύπου «ποιοι ήμαστε;», «τι θέλουμε;». Το «τι μπορούμε;», θέλω να πιστέψω, θα μπορούσε να μας οδηγήσει με σχετική ασφάλεια , σε μία δεύτερη και περαιτέρω τέτοια, πολιτική δηλαδή, συνάντηση μας. Και μετά νομίζω θα μένει να παρακινηθούμε. Για το «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού». Εδώ χρειάζονται, όχι μόνον «συμφωνίες», αλλά και μεθοδεύσεις, για την πραγματοποίησή τους. Επικαιρικά πρόκειται, στον άμεσο κοινωνικό περίγυρό μας- ʽΕλληνες εν Ελλάδι ζώντες γαρ-, για ερωτήματα, που κατεξοχήν θέτουν αντικειμενικά τα 2/3 των ψηφοφόρων πολιτών, που συνολικά ψήφισαν λευκό, εκούσια άκυρο και συνειδητά απείχαν από την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση, για δημάρχους και περιφερειάρχες, με τον «Καλλικράτη».
Υποθέτω, ότι όλοι(όσοι ενδιαφέρονται θετικά για το παρόν θέμα) εδώ, ανήκουμε σε μία συντεταγμένη και εθνικά αυτοπροσδιοριζόμενη, ακόμη, κοινωνία που, με το κλείσιμο δύο αιώνων πολιτικής της ιστορίας (1821-2020), διαπιστώνει, ότι κληροδοτεί στο μέλλον της, την γενετήσια παρακαταθήκη-προϋπόθεση του «1821»: χρέη. Καθόλου σαγηνευτική διαπίστωση, νομίζω, για την πολιτική προ-οπτική και προς απάντηση τέτοιων και τόσο υπαρξιακών ερωτημάτων. Υπονοώ, ότι εδώ εγκύπτουν, ακόμη και «εθνομηδενιστικοί πειρασμοί». Γιατί το ζήτημα σαφώς, της «Ελλάδας» που «ανήκει στην Ελλάδα», κατά πρόσφατη διακήρυξη του αγαπητού μας, φαντάζομαι όλων, Μίκη Θεοδωράκη, έχει και «πνευματικές διαστάσεις». Όχι βέβαια πάλι «σωτηριολογικές», γιατί θέλω να υποθέτω, ότι ο τελευταίος «γιαλαντζή σωτήρας» και αυτόκλητος, είναι ο σημερινός πρωθυπουργεύων Γ.Α. Π., αλλά αποδεσμευτικές, απελευθερωτικές και δημοκρατικά ταυτοποιητικές: δηλαδή για τον καθένα μας, με την όποια «ελευθερία του πνεύματός» μας. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, ότι ανήκουμε σε μία κάποια κοινωνία, που διέρχεται βασικά, και πάνω απʼ όλες τις επιμέρους κρίσεις της, μία πνευματική κρίση: «κρίση ταυτότητας», με ιστορικούς και πολιτικούς όρους. Στον καθένα μας βέβαια, έχει ή δεν έχει, και τις …εξατομικεύσεις της.
Αναμφίβολα λοιπόν ήμαστε όλοι εδώ, Πολίτες. Πολίτες, που υπερβαίνοντας τις προσωπικές μας μέχρι σήμερα πολιτικές στάσεις, θέλουμε να τις κρίνουμε ή ακόμη και να τις τροποποιήσουμε. Θέλουμε να βρούμε και να προτείνουμε, το «τι» και το «πως». Επειδή και μόνον, έστω, ήμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε τον παραπέρα προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό μας βίο, στη συγκεκριμένη Επικράτεια, ως φορολογούμενοι.
Λοιπόν:
-Ποιοι ήμαστε;
-Τι θέλουμε;
-Τι μπορούμε;
-Πως;


