Οι χειρότεροι μύθοι είναι εκείνοι που λένε ότι η λιτότητα θα φέρει ανάκαμψη,πράγμα που δεν θα συμβεί με την αύξηση της κρατικής δαπάνης. Το επιχείρημα είναι ότι οι επιχειρηματίες, βλέποντας ότι τα λογιστικά του κράτους βρίσκονταισε καλύτερη κατάσταση, θα νιώσουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη- η ενίσχυση τηςεμπιστοσύνης θα οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων. Το ενδιαφέρον είναι πως όσοι προτάσσουν αυτό το επιχείρημα θα έπρεπε να υποστηρίζουν την πρώτη στρατηγική μας για την οικονομική ανάκαμψη: αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Επειδή υπάρχουν ευκαιρίες δημόσιων επενδύσεων που πιστεύεται γενικά ότι έχουν πολύ υψηλές προσδοκώμενες αποδόσεις -πολύ υψηλότερες από το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνεται το κράτος για να δανειστεί- η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα σε μείωση του εθνικού χρέους- η δε πεποίθηση ότι όντως έτσι είναι θα πρέπει «ενσταλάξει εμπιστοσύνη, επιφέροντας μια ακόμα ισχυρότερηέκρηξη οικονομικής δραστηριότητας. Όμως οι υπέρμαχοι της λιτότητας δεν τάσσονται υπέρ της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων.[41]
Μπορούμε, επίσης, να εξετάσουμε τα πλεονεκτήματα της λιτότητας ανατρέχοντας στην Ιστορία. Η ιστορία δείχνει ότι η λιτότητα δεν έφερε σχεδόν ποτέ αποτέλεσμα, οι η θεωρία εξηγεί γιατί αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Οι υφέσεις προκαλούνται από έλλειψη ζήτησης- η συνολική ζήτηση υπολείπεται όσων είναιικανή να παράγει η οικονομία. Όταν το κράτος περικόπτει τις δαπάνες του ηζήτηση μειώνεται ακόμα περισσότερο, και η ανεργία αυξάνεται.
Ομύθος ότι η λιτότητα θα γεννήσει εμπιστοσύνη βασίζεται συνήθως σε έναν άλλο μύθο - το μύθο ότι ο προϋπολογισμός της εθνικής κυβέρνησης μοιάζει με τον προϋπολογισμό ενός νοικοκυριού. Κάθε νοικοκυριό πρέπει, αργά ή γρήγορα,να ζήσει με βάση τις δυνατότητές του. Όταν μια οικονομία πλήττεται από υψηλήανεργία, ο απλός αυτός κανόνας δεν ισχύει για τον εθνικό προϋπολογισμό. Αυτόσυμβαίνει επειδή η επέκταση των δαπανών μπορεί στην πραγματικότητα να επεκτείνειτην παραγωγή δημιουργώντας θέσεις απασχόλησης τις οποίες θα καταλάβουν άνθρωποι που σε άλλη περίπτωση θα ήταν άνεργοι. Ένα νοικοκυριό που δαπανά περισσότερααπ’ όσα εισπράττει δεν μπορεί να επιφέρει μακροοικονομικές μεταβολές. Η εθνική κυβέρνηση μπορεί. Η δε αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να είναι πολλαπλάσια του ποσού πουδαπανά το κράτος.
Οι άνθρωποι του χρηματοπιστωτικού τομέα τονίζουν τη σπουδαιότητα της εμπιστοσύνης,αλλά η εμπιστοσύνη δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί με είδη πολιτικής που οδηγούν σε μεγαλύτερη ανεργία και μείωση του εθνικού προϊόντος. Η εμπιστοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με είδη πολιτικής που οδηγούν σε οικονομική μεγέθυνση - και η λιτότητα επιτυγχάνει το ακριβώς αντίθετο.
Οι υπέρμαχοι της λιτότητας επικαλούνται τις περιπτώσεις χωρών σε ύφεση που επέβαλλαν λιτότητα και ανέκαμψαν. Όμως μια προσεκτική ματιά δείχνει ότι οιχώρες αυτές ήταν μικρές και είχαν εμπορικούς εταίρους που βρίσκονταν σε φάση οικονομικής άνθησης.[42] Έτσι, η αύξηση των εξαγωγών μπορούσε εύκολα νααντικαταστήσει τη μείωση της κρατικής δαπάνης. Αυτό δεν ισχύει σήμερα στηνπερίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης, που οι εμπορικοί τους εταίροιβρίσκονται οι ίδιοι σε ύφεση.[43]
Θα νόμιζε κανείς ότι όσοι τάσσονται υπέρ της λιτότητας θα είχαν διδαχθεί κάτι απότο πλήθος των παλαιότερων εμπειριών, όπου η λιτότητα είχε ολέθριες συνέπειες: η λιτότητα του Χέρμπερτ Χούβερ μετέτρεψετο χρηματιστηριακό κραχ του 1929 στη Μεγάλη Οικονομική Κρίση, η λιτότητα του ΔΝΤ μετέτρεψε τις κάμψειςτης οικονομικής δραστηριότητας στην ανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική σευφέσεις και οικονομικές κρίσεις- η λιτότητα που επιβλήθηκε αυτοβούλως ή υποχρεωτικά σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες(Ηνωμένο Βασίλειο, Λετονία, Ελλάδα, Πορτογαλία) έχει πλέον ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Όμως οι υπέρμαχοι της λιτότητας δεν φαίνεται να συμφωνούν με αυτάτα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία. Σαν τους γιατρούς του Μεσαίωνα, πουπίστευαν στην αφαίμαξη, αλλά όταν ο ασθενής δεν γινόταν καλά ισχυρίζονταν ότιαυτό που πραγματικά χρειαζόταν ήταν άλλη μια γύρα, οι άνθρωποι που αφαιμάσσουντις οικονομίες του 21ου αιώνα δεν πρόκειται να καμφθούν. Θα απαιτούν ακόμαπερισσότερη λιτότητα, και θα ανακαλύψουν μυριάδες δικαιολογίες ως προς το γιατίη πρώτη δόση δεν έφερε τα προβλεπόμενα αποτελέσματα. Στο μεταξύ η ανεργία θα αυξάνεται, οι μισθοί θα πέφτουν, και τα κρατικά προγράμματα από τα οποία εξαρτώνται οι άνθρωποι της μεσαίας και κατώτερης τάξηςθα σβήνουν.
Αντιθέτως, η κρατική δαπάνη έχει σημειώσει επιτυχίες. Η κρατική δαπάνη ενόψει του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν εκείνη πουτ ελικά έβγαλε τις ΗΠΑ από τη Μεγάλη Οικονομική Κρίση. Αν και το Νιου Ντιλ παρείχε κάποια τόνωση, και βοήθησε τηνοικονομία να ανακάμψει στο διάστημα 1933-1936, η τόνωση δεν ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να ξεπεράσει τη συνδυασμένη επίδραση της συρρίκνωσης των δαπανών σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο και της εξασθένησης της γεωργίας (τα εισοδήματα στονσυγκεκριμένο τομέα, που αποτελούσε το ένα τέταρτο του πληθυσμού, μειώθηκαν [εντυπωσιακά κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου - 50% μόνο από το 1929 μέχριτο Ι932).[44] Και τότε, προς τα τέλη της πρώτης θητείας του Ρούζβελτ το 1936,οι φόβοι για το έλλειμμα και οι πιέσεις των συντηρητικών περί τα δημοσιονομικά τον έπεισαν να περικόψει τις ομοσπονδιακές δαπάνες. Η ανάκαμψη της οικονομίας ανακόπηκε και ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης απέκτησε αρνητικό πρόσημο.[45]
ΠΗΓΗ (με περισσότερη ανάλυση και παραπομπές): Στίγκλιτς , το τίμημα της ανισότητας, σελ 293-295, εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2012
Σημείωση:
Το παρόν μήνυμα προέρχεται από το συγχωνευμένο θέμα "Λιτότητα".
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 13 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.