ικανός -ή -ό [ikanós] E1 : 1. (για πρόσ.) που μπορεί να κάνει κτ., να πετύχει ένα αποτέλεσμα ή στόχο, επειδή έχει κάποια δύναμη, προσόν κτλ. ANT ανίκανος. α. Eίμαι ~ να…, μπορώ: Δε νομίζω ότι είστε ικανοί να αντιμετωπίσετε μόνοι σας τέτοιες δυσκολίες. Eίναι ~ να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Έχω / θεωρώ κπ. ικανό να… || H υγειονομική επιτροπή τον έκρινε ικανό για εργασία. || (ειδ. στρατ.) ικανός να στρατευτεί, υγιής και αρτιμελής· (πρβ. στρατεύσιμος). β. για κπ. που μπορεί να κάνει κτ. το οποίο ξεπερνά τα όρια του κανονικού ή συνηθισμένου· άξιος: Ήταν ικανή να πει τα μεγαλύτερα ψέματα, χωρίς ντροπή. || (ειρ.): Eίναι ~ να πιστέψει οποιονδήποτε. (έκφρ.) ~ για όλα, ως χαρακτηρισμός προσώπου που ενεργεί χωρίς δισταγμούς ή ηθικούς ενδοιασμούς· (πρβ. παράτολμος, αδίστακτος). γ. που μπορεί να ανταποκρίνεται με επιτυχία στις απαιτήσεις μιας ιδιότητάς του· άξιος: ~ δικηγόρος / τεχνίτης. Bράβευσαν τους ικανότερους μαθητές. ~ πολιτικός / διπλωμάτης. || γενικά για κπ. που μπορεί να πετυχαίνει σκοπούς: ~ άνθρωπος. 2α. (για συνθήκες, προϋποθέσεις) επαρκής: Iκανή συνθήκη, αυτή που, εφόσον υπάρχει και η αναγκαία (προς την οποία και αντιδιαστέλλεται), προκαλεί οπωσδήποτε κτ.: Aναγκαίες και ικανές συνθήκες. β. αρκετά ισχυρός, ώστε να έχει ένα ορισμένο αποτέλεσμα: Eπιχειρήματα ικανά να πείσουν και τον πιο δύσπιστο. Mια πολιτική συμμαχία ικανή να διεκδικήσει την εξουσία. γ. (για μεγέθη) αρκετά πολύς, μεγάλος, ώστε να γίνει κτ.: ~ αριθμός / χρόνος. Aύξηση της αμοιβής εργασίας σε ποσοστό ικανό να αντισταθμίσει την άνοδο του τιμάριθμου. [λόγ. < αρχ. ἱκανός]
Το "ικανός" δεν πάει πακέτο με τις προϋποθέσεις.
Είναι φως φανάρι ότι λείπει μια επεξήγηση από το αυτοκόλλητο. Κάποιος φταίει γι'αυτό. Είτε φταίει η Microsoft είτε φταίει κάποιος άλλος. Αν φταίει κάποιος άλλος, φταίει η Microsoft που δεν κινήθηκε εναντίον του.
Αυτό το παραθυράκι εκμεταλλεύεται η συγκεκριμένη καταναλώτρια. Αλλά το παραθυράκι είναι υπαρκτό.
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 18 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.