Η Greenpeace με τη νέα της έκθεση αποκαλύπτει τα ψέματα του πυρηνικού λόμπι και αποδεικνύει ότι τα πυρηνικά είναι η πιο ακριβή επιλογή για την κάλυψη των ενεργειακών μας αναγκών.
Η κρίση στη Φουκουσίμα κατέρριψε, δυστυχώς με το χειρότερο τρόπο, το
μύθο ότι η πυρηνική ενέργεια είναι ασφαλής. Η Greenpeace, όλες αυτές τις ημέρες αντιμετωπίζει με υπεύθυνο τρόπο την κρίση στον πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα, ενώ παράλληλα παρέχει
ανεξάρτητη και ειλικρινή πληροφόρηση. Σήμερα με τη νέα της έρευνα,
καταρρίπτει τον άλλο αγαπημένο
μύθο του πυρηνικού λόμπι: αυτόν της
‘φθηνής πυρηνικής ενέργειας’. Αξιοποιώντας ιστορικά δεδομένα δεκαετιών από τη χρήση πυρηνικής ενέργειας παγκοσμίως, η έκθεση παρουσιάζει αναλυτικά στοιχεία για το
συνολικό κόστος των πυρηνικών σταθμών, το οποίο αποδεικνύεται πολλαπλάσιο αυτού που ισχυρίζεται η πυρηνική βιομηχανία. Επιπλέον, συγκρίνει το κόστος της παραγόμενης ενέργειας μεταξύ πυρηνικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ),
καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι
οι ΑΠΕ αποτελούν την πιο σίγουρη, ασφαλή και οικονομικά αποδοτική επένδυση.
Εδω βρισκεται η εκθεση.
Καποια αποσπασματα:
....Το πυρηνικό λόμπι στήριξε την επιχειρηματολογία του υπέρ της χρήσης πυρηνικής ενέργειας σε
τρεις μύθους. Η πυρηνική ενέργεια είναι, υποτίθεται, καθαρή, ασφαλής και φθηνή.
Οι τραγωδίες του Τσερνόμπιλ και της Φουκουσίμα γελοιοποίησαν τα δύο πρώτα επιχειρήματα στα
μάτια του κάθε καλόπιστου πολίτη. Ακόμη όμως και πάνω από τα συντρίμμια της Φουκουσίμα,
κάποιοι επιμένουν πως η πυρηνική ενέργεια είναι ένα απαραίτητο κακό, γιατί παραμένει φθηνή και
αξιόπιστη λύση για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μας.
Η επίκληση του χαμηλού κόστους της πυρηνικής ενέργειας είναι ένα ακόμη χοντρό ψέμα της
πυρηνικής μαφίας, προκειμένου να προωθήσει τη βρώμικη, επικίνδυνη και ακριβή εν τέλει
τεχνολογία της.
Στην έκθεση αυτή θα εστιάσουμε στο πραγματικό κόστος ανάπτυξης και λειτουργίας των πυρηνικών
σταθμών, δείχνοντας με αριθμούς πως, εν τέλει, η πυρηνική ενέργεια αποτελεί μια ακριβή
τεχνολογία και σίγουρα ακριβότερη από τις ανταγωνιστικές προς αυτήν ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας (ΑΠΕ).
Θα ξεκινήσουμε λοιπόν καταγράφοντας κατ’ αρχάς τις απόψεις της πυρηνικής βιομηχανίας.
Μία τακτική προπαγάνδας του πυρηνικού λόμπι είναι να αραδιάζει και να συγκρίνει νούμερα και
μεγέθη που είναι ανόμοια μεταξύ τους. Έτσι, προκειμένου να εντυπωσιάσει κάποιους που επιθυμούν
“φθηνή ενέργεια για το λαό”, εκδίδει ανακοινώσεις που διατείνονται ότι το κόστος κατασκευής ενός
πυρηνικού σταθμού είναι χαμηλότερο από όλες τις τεχνολογίες.
Σε έκθεσή της για το κόστος των πυρηνικών σταθμών, η Παγκόσμια Ένωση Πυρηνικών (World
Nuclear Association, 2008)[1] είχε επικαλεστεί προηγούμενη έκθεση του ΟΟΣΑ (2005)[2] (ο οποίος
πάντως αναθεώρησε προς τα πάνω τις τιμές το 2010) που έδινε μέσο κόστος κατασκευής πυρηνικών
σταθμών ίσο με 1.500 δολάρια ανά κιλοβάτ (1.500 $/kW), με εύρος τιμών από 1.000 $/kW έως 2.500
$/kW. Για σύγκριση, οι πιο πρόσφατοι λιγνιτικοί σταθμοί που κατασκεύασε η ΔΕΗ κόστισαν 2.000
€/kW (δηλαδή περίπου 2.800 $/kW).
Ως κόστος βέβαια η έκθεση εννοεί το λεγόμενο “overnight cost”, το πόσο θα κόστιζε δηλαδή ένας
σταθμός αν κατασκευαζόταν εν μία νυκτί. Ποιο θα ήταν δηλαδή το κόστος του αν τον “αγόραζε”
κανείς ετοιμοπαράδοτο από το ράφι σήμερα. Μόνο όμως στην περίπτωση των οικιακών
φωτοβολταϊκών και των μικρών οικιακών ανεμογεννητριών μπορεί να μιλά κανείς για “overnight
cost”, αφού τα συστήματα αυτά μπορούν κυριολεκτικά να εγκατασταθούν μέσα σε λίγες ώρες. Σε
όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα πραγματικά κόστη της επένδυσης θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους,
όχι μόνο το σύνολο του εξοπλισμού, των υποδομών και της εγκατάστασης, αλλά και το κόστος του
χρήματος που συνεπάγεται η μακροχρόνια αδειοδοτική διαδικασία και η πολύχρονη περίοδος
κατασκευής του έργου.
........Ενώ όμως η Παγκόσμια Ένωση Πυρηνικών επικαλείται αυτά τα απαράδεκτα χαμηλά κόστη, στις
πληροφορίες που δίνει παρακάτω στην έκθεσή της αρχίζει να αποκαλύπτεται σιγά-σιγά μέρος της
αλήθειας. Άλλωστε, δύο χρόνια μετά, η ίδια αναθεωρεί σημαντικά τα προηγούμενα κόστη, χωρίς να
θεωρήσει απαραίτητη μια αναγνώριση του “λάθους” [3]. Οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση των
έργων μπορούν να αυξήσουν τις αρχικές εκτιμήσεις κατά 50% σε μόλις τέσσερα χρόνια, όπως συνέβη
στην περίπτωση της εταιρίας Florida Power & Light. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου έργου, τοαρχικά εκτιμώμενο “overnight cost” ήταν 2.444-3.582 $/kW και, όταν προστέθηκαν σ’ αυτό τα
κόστη των πύργων ψύξης (χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτως ή άλλως ο
πυρηνικός σταθμός!), τα κόστη διαμόρφωσης του χώρου και τα κόστη διασύνδεσης, το κόστος
αυξήθηκε σε 3.108-4.540 $/kW. Προσθέτοντας και το κόστος του χρήματος κατά την περίοδο
ανάπτυξης και κατασκευής του έργου, το τελικό κόστος κατασκευής εκτοξεύθηκε στα 5.780-8.071
$/kW [3].
Η περίπτωση αυτή, όχι μόνο δεν είναι η μόνη, αλλά είναι ο κανόνας στο πώς η πυρηνική βιομηχανία
αντιμετωπίζει το θέμα του κόστους ανάπτυξης των πυρηνικών σταθμών.
Στην περίπτωση της
εταιρίας Progress Energy και πάλι στη Φλόριδα, το συνολικό κόστος κατασκευής για 2.210 MW
εκτιμήθηκε το 2008 σε 15,6 δις $ (9,4 δις $ “overnight cost” συν 3,2 δις $ για τόκους κατά την
κατασκευαστική περίοδο, συν 3 δις $ για διασύνδεση του σταθμού στο δίκτυο (σύνολο 7.060 $/kW).
Το 2010, το κόστος αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 10.180 $/kW [4]. Αντίστοιχα, το κόστος για δύο
νέους αντιδραστήρες της εταιρίας TVA στις ΗΠΑ εκτιμάται σε περίπου 17,5 δις $ (8.750 $/kW), ενώ
για τους αντιδραστήρες της εταιρίας PPL σε 9.375 $/kW (η εταιρία αναπροσάρμοσε το εκτιμώμενο
κόστος κατά 375% (!) από το 2008 ως το 2010) [4].
..................Οι πολύχρονες καθυστερήσεις και ο μεγάλος χρόνος για την κατασκευή του έργου έχουν ως
συνέπεια τη δραματική αύξηση του επενδυτικού κόστους. Ο μακροχρόνιος δανεισμός και η μακρά
περίοδος αναμονής μέχρι να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα έσοδα, έχουν ως αποτέλεσμα τα
πραγματικά κόστη της επένδυσης να αυξάνονται υπέρμετρα. Η Φινλανδία έχει πρόσφατη εμπειρία
μιας νέας, προηγμένης γενιάς αντιδραστήρων. Η κατασκευή του Olkiluoto-3 εξαγγέλθηκε το 2002 με
προϋπολογισμό 2,5 δις € και χρόνο κατασκευής 4 χρόνια. Τελικά άρχισε το 2005, δεν έχει
ολοκληρωθεί ακόμη (οι τελευταίες ανακοινώσεις κάνουν λόγο για το 2014), ο προϋπολογισμός του
αυξήθηκε στα 5,8 δις € (8,12 δις $), ενώ η Αρχή Πυρηνικής Ασφάλειας της χώρας έχει ανακαλύψει
περισσότερα από τρεις χιλιάδες ελαττώματα και τεχνικά προβλήματα. Αναμένονται νέες
καθυστερήσεις και υπερβάσεις δαπανών.
..............Όλες οι εκτιμήσεις που είδαμε μέχρι τώρα, δεν περιλαμβάνουν κάποια κόστη που, είναι μεν
αναπόφευκτα, η πυρηνική βιομηχανία όμως θέλει να τα ξεχνά ή να τα υποτιμά. Αναφερόμαστε στα
εξής διακριτά κόστη:
- Κόστος διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων
- Κόστος αποσυναρμολόγησης του πυρηνικού σταθμού μετά το πέρας του ωφέλιμου χρόνου
ζωής του
- Ασφαλιστικό κόστος σε περιπτώσεις ατυχημάτων
...........................Τα κόστη που υπόσχεται η πυρηνική βιομηχανία (2,9-13,6 US cents/kWh) προκύπτουν μόνο αν
υποθέσει κανείς εξωπραγματικά χαμηλό κόστος επένδυσης, δεν υπολογίσει το κόστος όλων των
αναγκαίων υποδομών για τη λειτουργία του εργοστασίου, το κόστος των δικτύων, το κόστος του
χρήματος, το κόστος διαχείρισης των αποβλήτων, το κόστος αποσυναρμολόγης του σταθμού και
θεωρήσει χαμηλές τιμές καυσίμου σαν αυτές που ίσχυαν μια δεκαετία πριν, αλλά έχουν πλέον
αυξηθεί. Υποκρύπτουν επίσης τις σημαντικές άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις που απολαμβάνει η
πυρηνική βιομηχανία (με τη μορφή φοροαπαλλαγών, κρατικής εγγύησης έναντι του ασφαλιστικού
κινδύνου, κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη, κ.λπ) [15]. Ακόμη και σήμερα, το 80% περίπου των
συνολικών επιδοτήσεων διεθνώς στο χώρο της ενέργειας κατευθύνεται στα πυρηνικά και τα ορυκτά
καύσιμα.
.............Όλα τα παραπάνω προσπαθούν να αποτιμήσουν σε χρήμα κάποια μεγέθη που εν τέλει αφορούν
ανθρώπινες ζωές, την κοινωνική ευημερία αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος.
Πόσο όμως
αποτιμάται η ζωή που χάνεται από ένα πυρηνικό ατύχημα;