Ξέθαψα ένα ποίημα του φίλου μου του Νωέα, το οποίο νομίζω ότι ταιριάζει απόλυτα με το θέμα του δεύτερου διαγωνισμού...
Ατέλειωτες Μαγευτικές Αντανακλάσεις
Άμα!
Υπάρχουν δύο καθρέφτες, ο ένας με τον άλλον αντάμα.
Ό,τι βλέπει ο ένας, το βλέπει με τα μάτια του άλλου.
Σκύψε τις βλεφαρίδες σου, πυκνό το σκοτάδι.
Απʼ τους αντικριστούς καθρέφτες πίσω!
Άμα!
Όσα τα βράχια στις βουνοπλαγιές, τόσες κι οι αποχρώσεις της φωνής σου.
Τα χάδια του ανέμου στους βράχους, γροθιές στους ανθρώπους απʼ ανθρώπους.
Μα η αγάπη σου ποτέ δε θα γίνει μίσος, βαθύ το σκοτάδι κι από πίσω της.
Αντανακλάσεις… του αγνοημένου άγνωστου.
Άμα!
Κορμιά αρρωστημένα, ψυχές σαστισμένες στο τάμα.
Καθρέφτες με πλάτες, μεταξύ τους αντάμα.
Το φως στο σκοτάδι, το σκότος στο φως,
Ψυχές ραγισμένες, παρθένες μωρές.
Άμα!
Υπάρχουν δυο φαντάσματα αντάμα,
-μεταξύ τους, μεταξύ μας, μεταξύ σας-
Το Παιχνίδι αυτό τʼ ονόμασαν ζωή.
Απʼ το θάνατο βγαλμένο, που την είπαν «θεϊκή»!
Άμα!
Ψυχρές οι θέρμες της υποκρισίας, του ήλιου οι ψυχρολουσίες.
Τύμπανα γηγενών την Άνοιξη, του Κούκου η λαλιά στη σιγαλιά.
Κι απʼ όλη τούτη την περιπέτεια, οι καθρέφτες παραμένουν ολόιδιοι.
Μήτε κουμπί του πουκαμίσου σου, να τους …ενώσει!
Άμα!
Τι κι αν υπάρχει ο Θεός, αφού υπάρχει ο θάνατος,
Πενθούν μες στις ψυχές τους, τα φτωχά κορμιά τους.
Ή μήπως μόνʼ εκείνος είνʼ Αθάνατος, ρωτάνε τα φτωχά μου,
Κι ο θάνατος, Θεός;
Άμα!
Για ʽδε λοιπόν τι βλέπουν οι καφέ καθρέφτες!
Άκουσε, ανθρωπάκο μου, τους συνανθρώπους σου,
Φαντάσου πως μιλάνε μεταξύ τους,
Μη βλέπεις που στις πλάτες τους δεν έχουν φως!
Άμα!
Αντανακλάσεις, αντανακλάσεις, αντανακλάσεις.
Φαντάσου πως μιλάμε μεταξύ μας,
Θα δεις εκείνο που επιθυμείς,
Κι αυτό για σένα επιθυμώ, έτσι απλά, «ρε φίλε»!
Αλλά,
Στο φεγγαρόφωτο η σκιά σου, της πλάνης το σκοτάδι επισκιάζει.
Είσαι μία ύπαρξη μοναδική κι ανεπανάληπτη: το ξέρεις άραγε;
Πικρή μία τέτοια γνώση, είνʼ αλήθεια!
Του καλαμιού τις αντοχές, μόνον οι άνεμοι γνωρίζουν…
Άμα!
Ο Οδυσσέας τάχατες, λαχτάρησε την Πηνελόπη…
Μʼ άντεξε στων κυμάτων τις οργές, στης Καλυψούς στα στήθη κρεμασμένος!
Καρκίνο, λεν πως είχε ζώδιο, Αιγόκερο στον Ωροσκόπο.
Άπιστος, σαν τους Δαναούς, στης Τροίας τα τερτίπια.
Ηλίου φαεινότερο, πως είχε βρώμικη ψυχή!
Άμα!
Μʼ αρκούσε την Αργώ να δει να ξεψυχάει, να γειάνει η δική του.
Στη μύτη του το δάκρυ του, αλφή για τη ψυχή του.
Τι στην Ιθάκη έφθανε, Κασσάνδρα, η φωνή σου!
Των Δαναών η πονηριά, αντίτιμο ζητούσε…
Άμα!
Δάκρυσε κι έκλαψε πικρά, δύναμη για το γέλιο νʼ αναστήσει.
Αντανακλάσεις, η ζωή μας…
Κύματα πολυκύμαντων θεών, θελήματα διαβόλων.
Δέκα μνηστήρες έπρεπε, στο τόξο να νικήσει.
Αλλά,
Υπάρχουνε στιγμές, που το λατρεύω αυτό το χάος!
Το χάος στη ματιά του πελαργού.
Στου έρωτα προμήνυμα ένα βλέμμα,
Ναι, το λατρεύω όσο και τον Θεό, εκείνο το πτηνό!
Άμα!
Χάος, Θεός ή και τα δυο, καθρέφτισαν την ύπαρξή σου;
Σαν σε αγγίζω χαμηλά κι ιδρώνει το αυτί σου,
Το ρίγος που διαπερνά τα σύννεφα, τον ήλιο συναντάει.
Είσαι αντικαθρέφτισμα ή μήπως κάτι άλλο;
ρωτάει ο Νωεύς