Τι δε σας λένε οι γιατροί για την ψευδοεπιστήμη της ψυχιατρικής.
1. Οι σαθρές βάσεις της σύγχρονης ψυχιατρικής
Ο Sigmund Freud, είχε, χωρίς αμφιβολία ένα σημαντικό αντίκτυπο στην ιστορία και την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού και των ιδεών του, γονιμοποιώντας τον με διορατικές παρατηρήσεις σχετικά με τον ανθρώπινο ψυχισμό. Από την άλλη πλευρά, ο πατριάρχης της ψυχανάλυσης
εγκαθίδρυσε μια μακρά σειρά από κυρίαρχους θεραπευτές και θεωρητικούς, που ενίσχυσαν και επιστημονικοποίησαν τη φαλλοκρατία και ίδρυσε εκούσια ή ακούσια μια Ψυχαναλυτική λατρεία, μια ερμητικά κλειστή αδελφότητα ¨ειδικών¨.
Υπό τον Φρόιντ, οι γυναίκες αντί για ολοκληρωμένα και τέλεια ανθρώπινα πλάσματα, θεωρήθηκαν δύσμορφες, ατελείς και εγγενώς κομπλεξικές εκδόσεις του άντρα. Η φράση Φθόνος πέους δείχνει ξεκάθαρα το πόσο φαλλοκρατική και προκατειλημμένη η φροϋδική ανάλυση είναι.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 10 ψυχίατροι αποβάλλονται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία για σεξουαλικά παραπτώματα απέναντι σε έναν τουλάχιστον ασθενή τους[1]. Ο θεραπευτής, λίγο πολύ όπως και ο πνευματικός, υποτίθεται ότι είναι πατριαρχικές φιγούρες, απαλλαγμένοι από τη σεξουαλική ¨αμαρτία¨ και τις προβολές της, εξαγνισμένοι από το ¨θηρίο μέσα τους¨, ικανοί να κατανοήσουν και να συγχωρέσουν τα πάντα, φέροντας τη δύναμη να αποκαταστήσουν τα ¨προπατορικά αμάρτημα¨. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τις περισσότερες φορές πρόκειται για συγκαλυμμένη επιβολή ισχύος, για πατριαρχία, για μια εξουσία που παραβιάζει το ιδιωτικό άβατο και το εσωτερικό περιεχόμενο, που ελέγχει τον εσώτερο άνθρωπο, που τον χειρίζεται και τον χειραγωγεί κατά πως την βολεύει. Είναι ένα παιχνίδι που στοχεύει στην άντληση τυφλής εμπιστοσύνης και που- όταν είναι επιτυχές- μεταφέρεται από τον καναπέ ή το εξομολογητήριο στην ευρύτερη κοινωνία,
ένα παιχνίδι εξουσίας που εκμεταλλεύεται την απανθρωποίηση των διαπροσωπικών ή κοινωνικών σχέσεων και τα κενά που δημιουργούνται από αντιουμανιστικές πολιτικές, συμπεριφορές και αντιλήψεις, μια ακόμη μορφή παρασιτισμού που οφείλεται στην τυφλή πίστη. Όπως ο Jeffrey Mason σχολίασε: ¨Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ευγενικότερους φίλους και λιγότερους επαγγελματίες.¨[2]
Ο Φρόιντ παρουσίασε ορισμένα επιχειρήματα που ήταν φιλοσοφικά και όχι επιστημονικά και τα ανέμειξε με μυθολογικά στοιχεία που έχουν αναλυθεί εντελώς αυθαίρετα και εντελώς εκτός του ιστορικού και του συμβολικού τους πλαισίου. Ο Οιδίποδας για παράδειγμα στον αρχαίο κόσμο ήταν μάλλον απίθανο να γινόταν αντιληπτός ως κάποιος που διέπεται από πατροκτονικά σεξουαλικά κίνητρα. Ο Οιδίποδας συμβολίζει την τραγωδία γύρω από την εξουσία, και τη διαδοχή της εξουσίας και είναι εξόχως πολιτικό και όχι αμιγώς ψυχολογικό σχόλιο. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν μια ανοιχτή σεξουαλική κοινωνία και δεν χρειαζόντουσαν να μιλάν υπαινικτικά για το σεξ καθώς αυτό ήταν παρών στο λόγο, στο μύθο στη ζωή.
Οι σεξουαλικοί υπαινιγμοί του Φρόιντ για τον Οιδίποδα είναι προβολές μιας λιγότερο απελευθερωμένης σεξουαλικά εποχής και κατά πάσα πιθανότητα ο Φρόιντ διαστρέβλωσε τον Οιδίποδα για να ανακουφίσει δικές του εμμονές. Όπως ο ίδιος αποκαλύπτει:
¨Η μοίρα του μας συγκινεί μόνο και μόνο επειδή θα μπορούσε να είναι η δική μας - διότι το μαντείο μας χρέωσε από γεννησιμιού μας με την ίδια κατάρα που χρέωσε και σε αυτόν: Είναι η μοίρα όλων μας, μάλλον, να κατευθύνουμε την πρώτη μας σεξουαλική ώθηση προς τη μητέρα μας και το πρώτο μας το μίσος και την πρώτη μας δολοφονική ισχύ κατά του πατέρα μας.¨ [3]
Και αλλού:
¨Βρήκα τον εαυτό μου σε μια σταθερή αγάπη για τη μητέρα μου, και ζήλια για τον πατέρα μου. Τώρα θεωρώ ότι αυτό είναι καθολικό γεγονός κατά την παιδική ηλικία¨
Οι εμμονές ενός άνδρα, μια εποχή στην επιστήμη. Ο Φρόιντ προέβαλε την δική του υποκειμενική εμπειρία, τα βιώματα του και τις εμμονές του στην κοινωνία, την επιστήμη και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, και αυτό είναι ένα τυπικό παράδειγμα μεταβίβασης. Οι ιδέες του ήταν περισσότερο φιλοσοφικές παρά επιστημονικές. Παρά ταύτα μια ¨επιστήμη¨ δημιουργήθηκε από αυτές. Αν για παράδειγμα η φροϋδική οιδιπόδεια ερμηνεία έχει σημαντική ισχύ, θα περιμέναμε σε κοινωνίες χωρίς κοινωνικά ή πολιτισμικά ταμπού, όπως είναι οι κοινωνίες των ζώων να βρίσκαμε άπλετα παραδείγματα πατροκτονικών ειδών…
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη κριτική πάνω στη φροϋδική επιστήμη από το σχόλιο που ο ίδιος ο Φρόιντ διατύπωσε για τη φιλοσοφία και την επιστήμη:
¨ Η φιλοσοφία δεν αντιτίθεται στην επιστήμη, συμπεριφέρεται ως σαν να ήταν η ίδια επιστήμη, και σε κάποιο βαθμό, χρησιμοποιεί τις ίδιες μεθόδους, αλλά διαχωρίζεται από την επιστήμη, στο ότι προσκολλάται στην ψευδαίσθηση ότι μπορεί να παράγει μια πλήρη και συνεκτική εικόνα του σύμπαντος... Το μεθοδολογικό σφάλμα έγκειται στο γεγονός ότι υπερεκτιμά την επιστημολογική αξία των λογικών μας διαδικασιών και σε κάποιο βαθμό, παραδέχεται την εγκυρότητα άλλων πηγών γνώσης, όπως η διαίσθηση¨[4]
Πράγματι, αυτό ακριβώς ο Freud και οι οπαδοί του έκαναν: Παραδέχτηκαν την εγκυρότητα της διαίσθησης του Φρόιντ.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία όχι μιας φιλοσοφίας της ψυχολογίας αλλά μιας ψευδοεπιστήμης. Η ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξεταστεί, να επαληθευθεί, να διαψευστεί ή να δημιουργήσει πρόγνωση και προβλεπτικά μοντέλα.
Ο Karl Popper απέδωσε στη ψυχανάλυση χαρακτηριστικά μιας ψευδοεπιστήμης. Ο μεγάλος φιλόσοφος της επιστήμης δήλωσε ότι ¨... Έτσι, αυτό που με ανησύχησε δεν ήταν ούτε το πρόβλημα της αλήθειας, κατά το παρόν στάδιο τουλάχιστον, ούτε το πρόβλημα της ακρίβειας ή της μέτρησης.
Ήταν μάλλον ότι είχα την αίσθηση ότι αυτές οι άλλες τρεις θεωρίες, αν και παρουσιάζονταν ως επιστήμη, είχαν στην πραγματικότητα περισσότερα κοινά με τους πρωτόγονους μύθους παρά με την επιστήμη, ότι μοιάζαν με την αστρολογία περισσότερο από ότι με την αστρονομία.
Βρήκα ότι αυτοί οι φίλοι μου οι οποίοι ήταν θαυμαστές του Μαρξ, του Φρόιντ, και του Adler, εντυπωσιάστηκαν από μια σειρά από κοινά σημεία σε αυτές τις θεωρίες, και ιδιαίτερα από την εμφανή ερμηνευτική τους ισχύ. Αυτές οι θεωρίες φαίνεται να είναι σε θέση να εξηγήσουν σχεδόν τα πάντα που συνέβησαν εντός των πεδίων στα οποία αναφέρονταν. Η μελέτη οποιασδήποτε από αυτές έμοιαζε να χει το αποτέλεσμα της πνευματικής μεταστροφής ή της αποκάλυψης και να ανοίγουν τα μάτια σας σε μια νέα πραγματικότητα που παραμένει κρυφή για τους αμύητους. Μόλις τα μάτια ανοίγουν κατά αυτόν τον τρόπο, βλέπουν παντού επιβεβαιώσεις: ο κόσμος έχει ξαφνικά γεμίσει από τις επαληθεύσεις της θεωρίας. Ό, τι συνέβαινε πάντα την επιβεβαίωνε.
Κατά αυτόν τον τρόπο εκδηλωνόταν η αλήθεια της και οι άπιστοι ήταν σαφώς άνθρωποι που δεν ήθελαν να δουν την φανερωμένη αλήθεια, που αρνούνταν να την δουν, είτε επειδή ήταν εναντίον των συμφερόντων, ή λόγω των απωθημένων τους που δεν είχαν ακόμη (ψυχ)αναλυθεί και που ζητούσαν απεγνωσμένα θεραπεία...
...
Οι δύο ψυχο-αναλυτικές θεωρίες ανήκαν σε διαφορετική κατηγορία. Ήταν απλά μη εξεταστέες, αδιάψευστες. Δεν υπήρχε καμία ανθρώπινη συμπεριφορά του που θα μπορούσε να τις αντικρούσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Freud και Adler δεν βλέπαν κάποια πράγματα σωστά, εγώ προσωπικά δεν αμφιβάλλω ότι πολλά από αυτά που λένε είναι σημαντικά, και ότι κάποια μέρα μπορούν να παίξουν τον ρόλο τους σε μία (μελλοντική) ψυχολογική επιστήμη που θα μπορεί να εξεταστεί. Αυτό που σημαίνει είναι ότι αυτές
οι ¨κλινικές παρατηρήσεις¨ που οι (ψυχ)αναλυτές αφελώς πιστεύουν ότι μπορούν να επιβεβαιώσουν τη θεωρία τους, δεν μπορούν στην πραγματικότητα να κάνουν κάτι τέτοιο περισσότερο από ότι κάνουν οι καθημερινές επιβεβαιώσεις που οι αστρολόγοι βρίσκουν στην πρακτική τους. Και όσο για το Φροϋδικό έπος του Εγώ, του Υπερ-εγώ, και του Id (Id: το Αυτό), δεν μπορεί να αξιώσει επιστημονικότητα περισσότερο από όσο μπορούν να θεωρηθούν επιστημονικές οι συλλεγμένες ιστορίες του Ομήρου για τον Όλυμπο.
Αυτές οι θεωρίες περιγράφουν ορισμένα γεγονότα, αλλά με την μορφή ή τον τρόπο των μύθων. Περιλαμβάνουν πολύ ενδιαφέρουσες ψυχολογικές προτάσεις, αλλά όχι σε εξεταστέα μορφή¨[5]
Και πάλι, μια επιστήμη δημιουργήθηκε με την αποδοχή της εγκυρότητας των διαισθήσεων του Φρόιντ...
Κάτι πιο στιβαρό, πιο επιστημονικοφανές από τους χαλαρούς συνειρμούς της ψυχιατρικής χρειαζόταν για να πειστούν οι σκεπτικιστές. Και αυτό εμφανίστηκε με τη μορφή του μπηχεϋβιορισμού (συμπεριφορισμού), μιας ¨επιστήμης¨ που θα μελετούσε τη συμπεριφορά των ζώντων οργανισμών και την αντίδρασή τους σε ερεθίσματα για να αντλήσει συμπεράσματα, να περιγράψει και να ορίσει τους κανόνες που διέπουν τον Εαυτό. Αν και, χωρίς αμφιβολία, χρήσιμες και καρποφόρες παρατηρήσεις προέκυψαν από την συμπεριφορική ψυχολογία, ο μπηχεϋβιορισμός δεν θα μπορούσε να σταθεί από μόνος του ως επιστήμη.
Ο μπηχεϋβιορισμός υποφέρει από το ακριβώς αντίθετο εγγενές ελάττωμα από ότι η ψυχανάλυση: Ενώ η ψυχανάλυση υποφέρει από έλλειψη δεδομένων και ακριβούς επιστημονικής ορολογίας, ο μπηχεϋβιορισμός υποφέρει από την έλλειψη μιας βασικής επιστημονικής ή έστω φιλοσοφικής θεωρίας πλαισίου και οι παρατηρήσεις του συσσωματώνονται στο ερμηνευτικό κενό. Ο μπηχεϋβιορισμός είναι σαν τον υπερυπολογιστή Deep Thought που περιγράφεται στο πασίγνωστο βιβλίο Ε.Φ του Douglas Adams. Ο υπερυπολογιστής αυτός δημιουργήθηκε από μια υπερ-ευφυή φυλή η οποία τον τροφοδοτούσε με κάθε διαθέσιμο στοιχείο και δεδομένο μέχρι να βρει την τελική απάντηση στο Ύστατο ερώτημα της Ζωής, του Σύμπαντος, και των Πάντων. Και το έκανε. Η απάντηση ήταν 42 και ήταν χωρίς αμφιβολία η σωστή απάντηση. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι τώρα που τα ευφυή πλάσματα κατείχαν η απάντηση σε όλα και τα πάντα, έπρεπε να δημιουργήσουν έναν ακόμη πιο εξελιγμένο υπερ-υπολογιστή για να μάθουν ποια είναι η σωστή ερώτηση στην Απόλυτη Απάντηση. [6]
Η συμπεριφορική ψυχολογία ήταν το 42 της ψυχιατρικής. Αφού είχαν την απόλυτη απάντηση το μόνο που χρειαζόντουσαν πλέον να βρουν ήταν το σωστό ερώτημα. Και αφού τα μεγάλα κεφάλια σκεφτήκαν και σκεφτήκαν, σκεφτήκαν έπειτα ότι η ερώτησή τους βρίσκεται σε αυτό που παρήγαγε τη σκέψη τους: στον εγκέφαλο.
Οι ψυχικές διαταραχές ως εκ τούτου ερμηνεύτηκαν ως δυσλειτουργίες του εγκεφάλου, ως βιοχημικές διαταραχές. Και αν το πρόβλημα ήταν η βιοχημεία, τότε η χημεία θα έπρεπε να είναι η λύση. Με αυτό το σκεπτικό αιτιολογήθηκε ο χημικός πόλεμος κατά του εγκεφάλου, και κατ επέκταση, οι τόνοι νευροτροπικών χημικών ενώσεων που εξαπολύθηκαν κατά των ψυχικά ασθενών ή των δυσλειτουργικών. Ή και κατά των περίεργων- ή των λυπημένων- ή τον αδικαιολόγητα υπερενεργητικών- ή των άγρυπνων- ή των απογοητευμένων- ή των οκνηρών- ή των οργισμένων- ή των ακατάλληλων. Από τη στιγμή που υπήρχε το επιστημονικό επιχείρημα για να στηρίξει την λογική και την αναγκαιότητα της χρήσης των ψυχοφαρμάκων, το ζήτημα του ποιος θα ιδρυματοποιηθεί, ή ποιος θα κακοποιηθεί, ρυθμιστεί και ελεγχθεί χημικά βρισκόταν πλέον στην διακριτική ευχέρεια των ειδικών.
Το αν θα είσαι τρελός δεν είχε να κάνει πλέον με την πραγματικότητα αλλά με τον ορισμό τους από τους ειδικούς.