Στο έργο του «Γράμμα απο τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ» που χρονολογείται στις 16 Απριλίου 1963, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έθεσε το ζήτημα του εξτρεμισμού όπως ίσχυε στην άμεση μη βίαιη δράση που υποστήριζε στο Μπέρμιγχαμ. Για την ακρίβεια, απαντούσε στην ετικέτα του «εξτρεμιστή» που του είχαν βάλει οι «λευκοί συντηρητικοί» και η χριστιανική ηγεσία των τοπικών εκκλησιών. Προκειμένου να εναντιώνεται σε αυτήν την ετικέτα, ο Κινγκ την ασπάστηκε και τη δικαιολόγησε μέσω ενός πολύ καλά σχεδιασμένου επιχειρήματος το οποίο επικύρωνε τις θετικές μορφές εξτρεμισμού καθώς και εξίσωνε την παθητικότητα των λευκών συντηρητικών με μια μορφή εξτρεμισμού από μόνη της, διότι η απραξία τους οδηγούσε σε σοβαρή αδικία. Για τον Κινγκ ο εξτρεμισμός και η σύλληψη του εξτρεμισμού ήταν ένα δυναμικό εργαλείο που χρησιμοποιούσε για να μεταφέρει το μήνυμά του και να υποστηρίξει το τέλος του φυλετικού διαχωρισμού.
Όταν χρησιμοποιείται η λέξη εξτρεμισμός, το πρώτο πράγμα που πιθανόν έρχεται στο μυαλό είναι βίαιες ενέργειες που σκοπεύουν να δημιουργήσουν μία πολιτική δήλωση, συμπεριλαμβανομένων ενεργειών από ομάδες όπως οι Ταλιμπάν, η Αλ Κάιντα και η Κου Κουξ Κλαν. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ορισμένες σύγχρονες κυβερνητικές πολιτικές είναι εξτρεμιστικές. Βεβαίως ορισμένοι άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρούσαν την ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ Πράξη ως μία εξτρεμιστική απάντηση σε ένα πρόβλημα που καταστρατηγεί αναμφισβήτητες ιδέες που θεωρούνται δίκαιες και απαράβατες, όπως το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Μέσω του επιχειρήματός του, ο Κινγκ υπερασπίστηκε την άμεση μη βίαιη πράξη καθιερώνοντας την έννοια του θετικού εξτρεμισμού. Την όρισε και την παρουσίασε ως μέσο αναζήτησης δικαιοσύνης που θα κατέληγε σε αδελφοσύνη και κατανόηση, ή ίση μεταχείριση στα θύματα φυλετικού ρατσισμού.
Για τον Κινγκ ο όρος εξτρεμισμός δεν είχε ένα νόημα. Ο εξτρεμισμός ήταν δυναμικός και μπορούσε να είναι είτε θετικός είτε αρνητικός. Παρουσίασε τον Ιησού ως έναν εξτρεμιστή για την αγάπη, τον Άμος ως εξτρεμιστή για τη δικαιοσύνη και τον Παύλο ως εξτρεμιστή για το χριστιανικό ευαγγέλιο. Αποκάλεσε τον Μάρτιν Λούθερ έναν εξτρεμιστή για τις αρχές, τον Τζον Μπάνιαν εξτρεμιστή για τη συνείδηση, τον Αβραάμ Λίνκολν εξτρεμιστή για την ελευθερία και τον Τόμας Τζέφερσον εξτρεμιστή για την ισότητα (King, 7). Χρησιμοποιώντας αυτά τα παραδείγματα, συνέδεσε τον εξτρεμισμό με ιστορικά πρόσωπα που έχουν κερδίσει ευρεία αναγνώριση ως δίκαιοι και ενάρετοι άνδρες των οποίων τις ιδέες και/ή τις πολιτικές οι σύχρονοί τους τις θεωρούσαν εξτρεμιστικές. Με αυτόν τον τρόπο ο Κινγκ ήθελε να πει πως ό,τι η κοινωνία ίσως αρχικά θεωρεί ακραίο, κοιτάζοντας από άλλη οπτική μπορεί να αποδειχτεί μία θετική αλλαγή.
Ο εξτρεμισμός δεν είναι πάντα αρνητικός. Ο Κινγκ τον επαναπροσδιόρισε ως τίποτα παραπάνω από ένα μέτρο για να κριθεί το επίπεδο του πάθους που έχει ένα άτομο για ένα σκοπό τον οποίο έχει αναλάβει. Εαν κάποιος έχει χαρακτηριστεί εξτρεμιστής, αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι ο σκοπός του είναι λανθασμένος ή άδικος. Σημαίνει απλά ότι ο στόχος του συγκρούεται με κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες. Λαμβάνοντας υπόψη τη συμβολή τους στον κόσμο όσων ο Κινγκ ανέφερε ως εξτρεμιστές, ο εξτρεμισμός μπορεί να είναι πολύ ευεργετικός. Είναι απλά ζήτημα του πώς ένα άτομο αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει. Έτσι το κλειδί είναι να πείσεις κάποιον ότι πρέπει να αναλάβει ένα θέμα και τότε να τον κάνεις να καταπιαστεί με αυτό αντικειμενικά. Για να το κάνει αυτό, ο Κινγκ συνέστησε την άμεση μη βίαιη δράση. Για να είναι αποτελεσματικός, ο Κινγκ έπρεπε να παρουσιάσει την άμεση μη βίαιη δράση ως μία μορφή θετικού εξτρεμισμού και, το πιο σημαντικό, να υπερασπιστεί το σκοπό που υποστήριζε ως παγκόσμιο και δίκαιο.
Εφόσον η άμεση μη βίαιη δράση του Κινγκ θεωρήθηκε εξτρεμιστική από τη χριστιανική ηγεσία και τους λευκούς συντηρητικούς, δημιούργησε μία περίπτωση άμεσης μη βίαιης δράσης που είναι θετικός εξτρεμισμός. Αρχικά, όρισε την άμεση μη βίαιη δράση ως μία προσπάθεια να δημιούργησει ένταση στην κοινωνία, αλλά όχι βίαιη ένταση. Το σημείο έντασης, είπε, ήταν να κάνεις ένα θέμα αναπόφευκτο, έτσι ώστε η κοινωνία να αναγκαστεί να το αντιμετωπίσει. Όπως κατά κάποιο τρόπο ο Σωκράτης χρησιμοποιούσε τη μαιευτική του μέθοδο για να εξαναγκάσει τον άλλο να αντιμετωπίσει άμεσα μια ιδέα (King, 2-3). Δέχθηκε κριτική πως εξωθεί το θέμα στα άκρα, αλλά ο Κινγκ ένιωθε ότι αυτό ήταν απαραίτητο, καθώς κανένα πρόβλημα δε θα λυθεί από μόνο του απλώς δίνοντας χρόνο (King, 3). Η κακή κατάσταση των Νέγρων στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε εμφανώς αγνοηθεί, ακόμα και από την κοινότητα που θεωρούσε ότι θα ήταν περισσότερο έτοιμη να προωθήσει την αδελφοσύνη και την κατανόηση: τους λευκούς συντηρητικούς και την ηγεσία της χριστιανικής εκκλησίας (King, 5 & 9). Η αλλαγή απαιτεί ένα καταλύτη και ο Κινγκ επεδίωξε ο καταλύτης να είναι η άμεση μη βίαιη δράση. Δεν είχε σκοπό να βλάψει κανένα ούτε να προκαλέσει βία, αλλά σκόπευε να αναγκάσει το κοινό να καταπιαστεί με ένα θέμα και να το εξετάσει σοβαρά. Όταν ένα θέμα το βάζεις στην άκρη και δεν είναι στο επίκεντρο, είναι έυκολο να το ξεχάσεις ή να το αποσιωπήσεις και να συνεχίσεις να αποδέχεσαι το κατεστημένο, μία συμπεριφορά στην οποία ο Κινγκ ήταν σταθερά ενάντιος (King, 3).
Για να παγκοσμιοποιήσει το στόχο της άμεσης μη βίαιης δράσης στο Μπέρμιγχαμ, την κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού, ο Κινγκ τον εξίσωσε με την επιδίωξη της δικαιοσύνης. Εφόσον το κοινό του ήταν κυρίως Χριστιανοί, το έκανε αυτό για προσελκύσει τη χριστιανική ηθική. Έγραψε ότι: «Ένας δίκαιος νόμος είναι ένας ανθρώπινος κώδικας που συμφωνεί με τον ηθικό νόμο ή το νόμο του Θεού. Ένας άδικος νόμος είναι ένας κώδικας που δε βρίσκεται σε αρμονία με τον ηθικό νόμο» (King, 4). Συνέχισε παραθέτοντας λόγια του Αγ. Θωμά Ακινάτη, αξιόλογου Χριστιανού στοχαστή, λέγοντας «Κάθε νόμος που εξυψώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα είναι δίκαιος. Κάθε νόμος που υποβαθμίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα είναι άδικος» (King, 4). Ο Κινγκ εξήγησε ότι αφού ο φυλετικός διαχωρισμός διαστρέβλωσε και κατέστρεψε την προσωπικότητα, ήταν εγγενώς άδικος, σύμφωνα με τη χριστιανική σκέψη και τις αντιλήψεις της ηθικής (King, 4). Επιπλέον συνέκρινε το φυλετικό διαχωρισμό της κοινωνίας με το χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, που είναι μια ισχυρή εικόνα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο στόχος του Χριστιανισμού είναι να επανενωθεί με τον Θεό μέσω ενάρετων πράξεων. Αναφερόμενος στις χριστιανικές ιδέες περί δικαιοσύνης και ενοποίησης, ο Κινγκ νομιμοποίησε στο κοινό του τον στόχο του κινήματος για την κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού.
Έχοντας ορίσει το ζήτημα του φυλετικού διαχωρισμού ως ηθικά λανθασμένο και άδικο και την άμεση μη βίαιη δράση ως θετικό εξτρεμισμό, ο Κινγκ έπρεπε τώρα να κάνει τους συντηρητικούς λευκούς και τους Χριστιανούς να εμπλακούν με τέτοιο τρόπο που θα υπονοούσε ότι η απραξία από μόνη της ήταν μια μορφή εξτρεμισμού. Το έκανε αυτό ορίζοντας την παθητικότητα μπροστά σε μία άδικη κατάσταση ως μία μορφή εξτρεμισμού. Ο Κινγκ ξεκίνησε κατακρίνοντας τους ηγέτες των πόλεων για το γεγονός πως δε συμφωνούν να έρθουν σε διαπραγματεύσεις με τους Νέγρους ηγέτες. Επίσης επέκρινε τους καταστηματάρχες για το γεγονός πως απέτυχαν να τηρήσουν προηγούμενες συμφωνίες σχετικά με ρατσιστικές ταμπέλες (King, 2). Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, ο Κινγκ αναφέρεται στο γεγονός πως ό,τι έκανε ο Χίτλερ στη Γερμανία ήταν «νόμιμο» (King, 5). Αυτή η αναλογία εξισώνει την παθητικότητα των λευκών συντηρητικών στο Μπέρμιγχαμ με τους (προφανώς) λευκούς συντηρητικούς στη Γερμανία, παρομοιάζοντας την κατάσταση των Εβραίων στη Γερμανία με την κατάσταση των Νέγρων στο Μπέρμιγχαμ. Αν και δεν είναι η ιδανική παρομοίωση, ωστόσο τραβάει την προσοχή και δίνει ένα πραγματικό και χειροπιαστό παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν καλοί άνθρωποι δε λένε τη γνώμη τους μπροστά στην καταδυνάστευση και την αδικία. Και, βεβαίως, συμβάλλοντας στο θάνατο έξι εκατομμυρίων ανθρώπων μέσω της απραξίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παθητικός εξτρεμισμός.
Ένα από τα κύρια θέματα του Κινγκ στο γράμμα του είναι πως μερικές φορές η κοινωνία πρέπει να αναστατώνεται έτσι ώστε οι άνθρωποι να αντιλαμβάνονται καλύτερα ποιες διαδικασίες επηρεάζουν στην πραγματικότητα την κοινωνία και πώς να τις αλλάξουν για το καλύτερο. Έχοντας αναφέρει τα λόγια του Σωκράτη στο γράμμα του και περιλαμβάνοντας την ιδέα του ρίσκου της κοινωνικής αναταραχής σε αναζήτηση του «καλού», σε αυτήν την περίπτωση της κατάργησης του φυλετικού διαχωρισμού, είναι εμφανές ότι ο Κινγκ ήταν εξοικειωμένος με το έργο του Πλάτωνα και συγκεκριμένα με το έργο του Η δίκη και ο θάνατος του Σωκράτη. Ένα από τα μοτίβα του έργου Η δίκη και ο θάνατος του Σωκράτη είναι η σύγκρουση ανάμεσα στη διατήρηση του κατεστημένου και το ρίσκο της κοινωνικής αναταραχής σε αναζήτηση της αλήθειας ή του "καλού". Ο Σωκράτης δε σκοπεύει να αναστατώσει την κοινωνία εις βάρος της, αλλά σκοπός του είναι να αμφισβητήσει σταθερές πεποιθήσεις για το καλό της βελτίωσης της κοινωνίας μέσω μιας βαθύτερης κατανόησης της δικαιοσύνης. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κινγκ δε σκοπεύει να αναστατώσει την κοινωνία εις βάρος της, αλλά σκοπός του είναι να αμφισβητήσει σταθερές πεποιθήσεις για το καλό της βελτίωσης της κοινωνίας μέσω μιας βαθύτερης κατανόησης της αδελφοσύνης.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν ένας πολύ καλά διαβασμένος και έξυπνος ακτιβιστής για την κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού. Ενσωμάτωσε επιτυχή επιχειρήματα από ιστορικές πηγές (επίσης πήρε στοιχεία από τη φιλοσοφία του Μακιαβέλι) στο γράψιμό του και πρόσθεσε τη δική του πινελιά, δηλαδή την αναφορά στις χριστιανικές αξίες, με τέτοιο τρόπο που τα αναμειγνύει όλα τέλεια σε λογικά και πειστικά επιχειρήματα που απευθύνονται στο ιδιαίτερο κοινό του. Δικαιολόγησε την άποψή του για άμεση μη βίαιη δράση επαναπροσδιορίζοντας την ιδέα του εξτρεμισμού και έπειτα αναγνώρισε το σκοπό του ως δίκαιο συσχετίζοντάς τον με τη χριστιανική ηθική. Τέλος, κάλεσε σε δράση τους λευκούς συντηρητικούς και τη χριστιανική ηγεσία δείχνοντας ότι η παθητικότητα είναι από μόνη της μία μορφή εξτρεμισμού όταν οδηγεί σε σοβαρή αδικία. Ο Κινγκ κατηγορήθηκε για εξτρεμισμό, έτσι μετέτρεψε τον εξτρεμισμό σε εργαλείο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να επιτύχει τους σκοπούς του.