Ἦταν ἕνα ἄκρως ζεστὸ καὶ καλοκαιρινὸ βράδυ στὸ Ἡράκλειο (τῆς Κρήτης φυσικὰ) καὶ μία ἀκόμη ἡμέρα μὲ πολλὲς ὁμιλίες ἀπὸ τὸ συνέδριο γιὰ τὰ μεσαιωνικὰ δημώδη κείμενα εἶχε φθάσει στὸ τέλος της. Ὅπως θὰ ἦταν ἀναμενόμενο, ξεχυθήκαμε στοὺς δρόμους τοῦ Ἡρακλείου ὥστε ἀφ' ἑνὸς νὰ ξελαμπικάρουμε ἀπὸ τὸν συνεχῆ ἀκρόαση τῶν ὁμιλιῶν (ἐνδιαφερουσῶν ἢ μὴ) καὶ ἀφ' ἑτέρου νὰ χαροῦμε τὴν ὄχι τόσο ὄμορφη πλὴν ἄκρως ζωντανὴ πρωτεύουσα τῆς Μεγαλονήσου. Τελικὰ ὁ δρόμος μας μετὰ ἀπὸ πολλὲς πολλὴ ὥρα διαβουλεύσεων μᾶς ἔβγαλε στὸν πολυχῶρο «Τάλως» καὶ συγκεκριμένα ἡ τελικὴ ἀπόφαση ἦταν νὰ δοῦμε τὴν καινούρια ταινία μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν διάσημο λογοτεχνικὸ καὶ κινηματογραφικὸ ἥρωα Τζέϊμς Μπόντ. Ἐδῶ νὰ σημειώσω ὅτι ἤμασταν τυχεροὶ καθὼς κάποιοι ἀπὸ τὴν παρέα διέθεταν ἐκπτωτικὰ κουπόνια καὶ ἔτσι εἴδαμε τὴν ταινία πληρώνοντας 4€ ὁ καθένας. Οἱ προοπτικὲς ἦταν οἱ καλύτερες καὶ μπήκαμε περιμένοντας ὅτι θὰ δοῦμε τουλάχιστον ἕνα ἐντυπωσιακὸ θέαμα ἂν καὶ λόγῳ τῆς ἀπίστευτης προσέλευσης θεατῶν μισὴ ὥρα πρὶν τὴν παράσταση βρήκαμε θέσεις στὴν τρίτη σειρὰ καὶ ὁριακὰ γλιτώσαμε τὸ νὰ καθίσουμε στὴν πρώτη σειρά.
Ἡ ουσία εἶναι ὅτι οἱ προσδοκίες μας δὲ διαψεύσθηκαν ἀλλὰ ἀντίθετα ἐπαληθεύθηκαν σὲ πολὺ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπὸ ὅ,τι περιμέναμε. Ἡ ταινία, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἐντυπωσιακὰ ἐφὲ καὶ τὶς ἐπικὲς καταδιώξεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο εἶναι κοινὸς τόπος στὶς ταινίες τοῦ Τζεϊμς Μπόντ, ἦταν καὶ πραγματικὰ μία καλὴ ταινία μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξεως. Δὲν παραγνωρίζω βεβαίως ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἐδῶ οἱ συνηθισμένες ὑπερβολὲς στὶς σκηνὲς δράσης τῶν ταινιῶν τέτοιου εἴδους, ἀλλὰ εὐτυχῶς ἡ ταινία δὲ στηρίζεται μόνο ἐκεῖ.
Τὸ πρῶτο στοιχεῖο ποὺ κάνει τὴν ταινία νὰ ξεχωρίζῃ ἀπὸ ὅλες τὶς προηγούμενες ἐκδοχὲς τοῦ Τζέϊμς Μπόντ, ἦταν ὁ «κακὸς» τὸν ὁποῖον ὑποδύεται ὁ Χαβιὲ Μπάρδεμ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς μονοδιάστατους ὑπερφιλόδοξους καὶ ἐλαφρῶς γκροτέσκους χαρακτῆρες τῶν προηγούμενων ταινιῶν, ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία τραγικὴ φιγούρα ἑνὸς ἥρωας ὁ ὁποῖος σὰν νὰ εἶναι βγαλμένος ἀπὸ ἀρχαία ἑλληνικὴ τραγῳδία. Δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὸν «ἀπόλυτα κακὸ» καὶ τὸν «ἀπόλυτα καλό», ἀλλὰ τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὸ ἠθικὰ ἀποδεκτὸ τῶν πράξεων τῶν ἡρώων εἶναι τελείως δυσδιάκριτα καὶ καλεῖται σὲ πολλὲς στιγμὲς ὁ θεατὴς νὰ βγάλῃ τὰ δικά του συμπεράσματα. Ἡ λογικὴ μὲ τὴν ὁποία λειτουργεῖ ὁ «κακὸς» τῆς ὑπόθεσης παρουσιάζεται μὲ κάθε σοβαρότητα καὶ μάλιστα σὲ ἕνα βαθμὸ ὁ ἀκροατὴς μπορεῖ ἀκόμα καὶ νὰ ταυτισθῇ μαζί του (ὁμολογῶ ὅτι σὲ κάποιες στιγμὲς τὸ ἔνιωσα καὶ ἐγώ).
Τὸ δεύτερο στοιχεῖο εἶναι ἡ ἐξέλιξη τῆς προσωπικότητας τοῦ Τζέϊμς Μπόντ. Πλέον δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἄρτια ἐκπαιδευμένος πράκτορας ὁ ὁποῖος φέρνει εἰς πέρας -ἐννοεῖται ἀτσαλάκωτος- ὅποια ἀποστολὴ τοῦ ἀνατεθῇ. Εἶναι ἕνας ὡλοκληρωμένος χαρακτῆρας μὲ συναισθήματα, δισταγμοὺς καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Δὲ θὰ σταθῶ στὸ σεναριακὸ τέχνασμα μὲ τὸν θάνατό του καθὼς δὲ θεωρῶ ὅτι προσέφερε πραγματικὰ στὴν ἐξέλιξη τοῦ ἥρωα ἀλλὰ ἦταν μᾶλλον ἕνα τέχνασμα γιὰ τὴν ἐμπορικὴ προώθηση της ταινίας. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ θὰ σταθῶ εἶναι στὴ φοβερὴ διάσταση ποὺ ἔδωσε στὸν χαρακτῆρα ἡ ἑρμηνεία τοῦ Daniel Craig· θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ (μὲ μεγάλη δόση ἀμετροέπειας) ὅτι ξεπερνάει ἴσως καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Σὸν Κόνερυ ἀλλὰ καὶ τοῦ Ῥότζερ Μοῦρ, τῶν δύο ἠθοποιῶν οἱ ὁποῖοι ἐνσάρκωσαν ὁμολογουμένως μὲ τὸν πιὸ ἐπιτυχημένο τρόπο τὸν ἥρωα τῶν μυθιστορημάτων τοῦ Ἴαν Φλέμινγκ.
Τέλος, αὐτὸ τὸ ὁποῖο μὲ ἐντυπωσίασε περισσότερο στὴν ταινία εἶναι ἡ τελικὴ μάχη τῶν δύο ἡρώων στὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Τζέϊμς Μπὸντ στὰ lowlands τῆς Σκοτίας. Ὁ σκηνοθέτης μπόρεσε νὰ ἀποτυπώσῃ μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς Σκοτσέζικης ἐπαρχίας μὲ τὸ παλιὸ κάστρο, τὴν πυκνὴ ὀμίχλη, τὰ ὑγρὰ ἔλη τὰ ὁποία εἶναι βασικὰ στοιχεῖα τῆς ῥομαντικῆς σχολῆς καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς συνεχεῖς ῥιπὲς τῶν ὅπλων σὲ μία μάχη ἡ ὁποία μοιάζει νὰ εἶναι βγαλμένη ἀπὸ πολεμικὴ ταινία (ἐδῶ σίγουρα βοήθησε καὶ τὸ dolby surround σύστημα ἤχου τοῦ κινηματογράφου) ἂν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Τζέϊμς Μπὸντ μᾶς δηλώνει ὅτι μερικὲς φορὲς εἶναι καλύτερα κάποια πράγματα νὰ γίνωνται «μὲ τὸν παλιὸ τρόπο».
Συμπερασματικά, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἀπὸ ὅσες ταινίες τοῦ Τζέϊμς Μπὸντ ἔχω δεῖ, αὐτὴ ἔγινε ἡ ἀγαπημένη μου. Τὴν προτείνω ἀνεπιφύλακτα καὶ ὄχι μόνο στοὺς λάτρεις τῶν ταινιῶν μὲ πολλὴ δράση ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους ἀρέσκονται σὲ ταινίες μὲ συγκρούσεις χαρακτήρων καθὼς ἱκανοποιεῖ ἀμφότερα τὰ κοινά. Σίγουρα ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὴ δῆτε στὸν κινηματογράφο ὥστε νὰ ἀπολαύσετε τὰ ἐφὲ καὶ νὰ ζήσετε ὁλόκληρη τὴν ἐμπειρία τῆς ταινίας. Νὰ μὴν ξεχάσω φυσικὰ νὰ ἀναφέρω καὶ τὸ ὁμώνυμο τραγοῦδι «Skyfall» τὸ ὁποῖο ἐπενδύει τοὺς τίτλους τῆς ταινίας μὲ τὴν ἐξαιρετικὴ ἑρμηνεία τῆς Adele ἂν καὶ δὲν μπορῶ νὰ παραγνωρίσω ὅτι μοιάζει στὴ μουσικὴ μὲ τὸ θρυλικὸ «Diamonds are forever» ποὺ εἶχε τραγουδήσει στὴν ὁμώνυμη ταινία μὲ τὸν Τζέϊμς Μπὸντ (τότε ἦταν ὁ Σὸν Κόνερυ) ἡ Shirley Bassey.
Ἡ βαθμολογία τὴν ὁποία βάζω στὴν ταινία εἶναι 8,5/10 χωρὶς καμμία ἐπιφύλαξη!
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 13 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.