1. Όπως είναι γνωστό στους μεγαλυτέρους, η λ. καλύτερος άλλοτε γραφόταν με δύο -λ- και -ι- (καλλίτερος). Η παλαιότερη αυτή γραφή είχε δικαιολογηθεί μεταξύ άλλων από τα εξής στοιχεία: από την εξέλιξη του παλαιότερος σε παλαίτερος με συγκοπή του -ο-, που τάχα αποδεικνύει την παραγωγή και του καλλίτερος από τον τ. καλλιότερος · από τα συγκριτικά λωΐτερος, πρωΐτερος, νωΐτερος, σφωΐτερος κ.ά., που απαντούν στον Όμηρο· από το συγκριτικό επίρρημα καλλιτέρως, που είναι αναγεγραμμένο σε επιγραφή της Ηλείας του 6ου αι. π.Χ. (Ζηκίδης 19264: 98 )· από το α΄ συνθετικό καλλι- λέξεων όπως καλλιγραφία, καλλιεργώ, Καλλιρρόη, καλλιτέχνης κ.ά., που είχε υποτεθεί ότι έπαιξε ρόλο στη δημιουργία των συγκριτικών σε -ύτερος. Τα στοιχεία, όμως, αυτά αναιρούνται από τα ακόλουθα:
α) το παλαιότερος (< παλαιός ) αποτελεί τύπο μεταγενέστερο του παλαίτερος (< πάλαι), που είναι ήδη ομηρικό· άρα, δεν είναι δυνατόν ο πρώτος τύπος να έδωσε τον δεύτερο στα πλαίσια μιας εξέλιξης που να τεκμηριώνει την παραγωγή και του καλλίτερος από το καλλιότερος ·
β) οι ανωτέρω ποιητικοί τύποι σε -ίτερος ήταν ήδη προ πολλού απαρχαιωμένοι την εποχή της μεσαιωνικής Ελληνικής, τότε δηλ. που σχηματίστηκαν τα νέα συγκριτικά σε -ύτερος ·
γ) ο διαλεκτικός τύπος της Ηλείας που προαναφέρθηκε δεν μπορεί να έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα, γιατί η μεσαιωνική και η νέα Ελληνική προήλθαν από την Αλεξανδρινή Κοινή, μια γλωσσική μορφή της Ελληνικής που βασιζόταν στην αττική διάλεκτο. Στη σύγχρονη Ελληνική έχουν επιβιώσει εξαιρετικά περιορισμένοι αρχαίοι διαλεκτικοί τύποι· πρόκειται κυρίως για τοπωνύμια, λόγω του συντηρητικού χαρακτήρα που αυτά έχουν, συγκρινόμενα με άλλες κατηγορίες λέξεων: παράδειγμα αποτελεί το λακωνικό Βοίτυλος / Οίτυλος (σημ. Οίτυλο), που προέρχεται από την Τσακωνική, μια δωρικής προελεύσεως διάλεκτο της νέας Ελληνικής·
δ) η φωνητική σύμπτωση του σημερινού καλύτερος με το αρχαίο διαλεκτικό καλλίτερος, όπως προφέρεται σήμερα, δεν αποτελεί τεκμήριο της επιβίωσης του τελευταίου στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Σε μερικές περιπτώσεις, παρατηρούνται φωνητικές ομοιότητες ανάμεσα σε τύπους της νέας και της αρχαίας Ελληνικής, διαλεκτικούς ή μη, οι οποίες όμως έχουν εντελώς συμπτωματικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, οι τύποι οι αγγέλοι, οι πολέμοι, εφέραν (ε) κ.ά., που ακούγονται μερικές φορές, δεν αποδεικνύουν την επιβίωση δωρικού τονισμού στη νέα Ελληνική, όπως είχε υποστηριχθεί κάποτε· απεναντίας, αποτελούν αναλογικούς σχηματισμούς κατά τους τ. των αγγέλων- τους αγγέλους, των πολέμων- τους πολέμους, εφέραμεν- εφέρετε αντίστοιχα· ομοίως, ο λαϊκός τ. χαιράμενος «χαρούμενος» δεν είναι κατάλοιπο αιολισμού του ρήματος χαίραμαι / χαίρημι, όπως είχε υποστηρίξει ο Αδ. Κοραής, αλλά σχηματισμός που συμφωνεί με αρχ. μτχ. ενεστ. σε -άμενος ρημάτων σε -μι (ιπτάμενος, κρεμάμενος κ.ά.) και μτχ. αορ. σε -άμενος (δεξάμενος, χαρισάμενος κ.ά.) – το ίδιο ισχύει και για το λαϊκό λεγάμενος ·
ε) το συγκριτικό καλύτερος θα ήταν πιο πιθανό να διαμορφωθεί τους μεσαιωνικούς χρόνους με βάση το πλήθος των λέξεων που αρχίζουν από καλο- και έχουν το βασικό συνδετικό φωνήεν της νέας Ελληνικής, δηλ. το -ο-, και όχι με βάση τις λίγες λέξεις που αρχίζουν από καλλι- · διάφοροι μεσαιωνικοί τύποι από καλο-, που θα μπορούσαν να δοθούν ως παραδείγματα, είναι οι ακόλουθοι (βλ. το ΛΝΕΓ στα αντίστοιχα λήμματα): καλοβλέπω, καλογνωμία, καλογραμμένος, καλορίζικος κ.ά.·
στ) η ετυμολογία της λ. καλύτερος θα πρέπει να εξηγεί ικανοποιητικά τη δημιουργία και άλλων συγκριτικών επιθέτων σε -ύτερος, καθώς και επιρρημάτων σε -ύτερα, που στερούνται αρχαίων τύπων, όπως μακρύτερος, μεγαλύτερος, αρχύτερα, πρωτύτερα κ.ά. (Χατζιδάκις 1905: 581, Μπαμπινιώτης 1997 γ).
Τελικά, το συγκριτικό καλύτερος, όπως δίδαξε πρώτος ο Χατζιδάκις ήδη από το 1887 (1905: 581- 584, 1934: 559- 561, 1977: 143), πρέπει να γράφεται με ένα -λ- και -υ-, γιατί έχει σχηματιστεί κατά τον αντίστοιχο βαθμό των επιθέτων σε -ύς ( βαθύς- βαθύτερος, γλυκύς- γλυκύτερος, παχύς- παχύτερος, ταχύς- ταχύτερος κ.λπ.).