δεν βγαζει νοημα, με συγχωρεις! Νομιζω οτι στη προσπαθεια να αποδειξεις τη θεση σου, οτι δηλαδη να πεισω αλλους οτι δεν ενδιαφερονται, κανεις μια αρκετα ατυχεστατη αναλογια! οι αναλογιες δεν αποτελουν τεκμηριο, αν θυμαμαι καλα.
με συγχωρεις, αλλα το διαταγμα που επικαλεισαι εφαρμοστηκε για 100 χρονια(το πολυ); μετα οι χριστιανοι ως κυριαρχοι πλεον των πολιτικων δρωμενων καπου ξεχασαν την ανεξηθρησκεια. η οποια υιοθετηθηκε το 1822 στο ελληνικο συνταγμα!
καθε αλλο! συγκρουονται σε πολυ μεγαλο βαθμο, ενω προσπαθουν να ερμηνευσουν πολλες φορες το ιδιο ερωτημα. μονο που στο ενα η απαντηση ειναι ο θεος, στο αλλο ειναι ολοκληρη ερευνα και πανω απο ολα το πειραμα!
το γελοιοτερο επιχειρημα ειναι οτι το συμπαν βρισκεται σε ταξη!
το θεωρημα της μη πληροτητας επηρεαζει την -μαθηματικη- λογικη με τον εξης τροπο, παντα θα υπαρχουν προτασεις που δεν θα μπορουν να απαντηθουν με ενα "ναι" ή με ενα "όχι".αν καταφερεις να τις απαντησεις με τη δημιουργια νεου "κοσμου" αυτο σημαινει οτι καποιες προτασεις αυτου του νεου "κοσμου" θα παραμεινουν χωρις απαντηση (βλεπε παραδοξο Ρασελ).
η επιστημη δεν ασχολειται μονο με το γιατι, ασχολειται και με το ΤΙ, δηλαδη το ΠΟΙΟΣ που μου αναφερεις εσυ. ασχολειται με τα αιτια, αλλα και με τους μηχανισμους που αυτα τα αιτια οδηγουν στο συμπερασμα. οποτε αυτο που κανεις ειναι να μου αναπαραγεις τα αστηριχτα λογια που το βιβλιο των θρησκευτικων της δευτερας λυκειου παρουσιαζει ως επιχειρηματα.
η επιστημη δεν "ανακαλυπτει" απλα, εξηγει. η θρησκεια δεν κανει ουτε το ενα, ουτε, επι των πραγματων, το δευτερο.
πραγματικα εκπλησσωμαι που δεν εχεις αναρωτηθει. εχουμε πραγματικα ψυχη; ή μηπως, οπως υποστηριζουν οι βιολογοι, οτι ολα τα συναισθηματα ειναι συνυφασμενα με διεγαρσιες και αποκρισεις του εγκεφαλου σε διαφορα ερεθισματα νευρων; και τα νευρα και οι ουσιες αλλα και ο εγκεφαλος υπαρχουν! αυτα αποτελουν την "ψυχη" μας και τον "νου" μας.
εχω ηδη απαντησει σε αυτο, ηδη. επιλεγεις να αγνοεις την απαντηση μου και να κανεις κυκλους
η ιδια λες οτι υπαρχει ανεξηθρησκεια. λοιπον, θεωρω τουλαχιστον απαραδεκτο να σταματαει η εκπαιδευτικη διαδικασια για τον εκκλησιασμο, θεωρω πολυ περισσοτερο απαραδεκτο οτι μας απειλουν με απουσιες, (ποιος ειπε οτι δεν ηταν "υποχρεωτικο", μπορει να μην ηταν, αλλα ηταν αντιπαιδαγωγικο) και τελος θεωρω ακρως απαραδεκτο να απαιτεις απο οποιονδηποτε αντιφρονουντα 12-18 να δηλωσει τις θρησκευτικες του πεποιθησεις, ενω το συνταγμα αναφερει, ακριβως, το αντιθετο.
επειδη ακριβως ομως στις 8.15 γνωριζω οτι αρχιζει το μαθημα, δεν νομιζω οτι πρεπει να περιμενω- και ενδεχομενως να στοχοποιηθω!- απο μια τετοια διαδικασια. δεν ειναι ο ΧΩΡΟΣ καταλληλος, και η...τελετη προσωπικη.
η ιδια η επιστημη! πως; με κοπο και ιδρωτα, και χρονο. δεν γνωριζαμε για το D.N.A. πριν 100 χρονια. πριν, τι; τι λεγαμε; ο Θεος; αν ναι, προφανως λανθασμενη απαντηση.
ελα τωρα! η υπαρξη του Αλεξανδρου του Β'(ή του Γ΄; δεν θυμαμαι) αναφερεται απο παρα πολλους ιστορικους.
η υπαρξη του Ιησου αναφερεται απο καποιους ιστορικους, αλλα δεν νομιζω να γινεται αναφορα ως "θεανθρωπος". τα ευαγγελια δεν θεωρουνται ουτε εγκυρες ιστορικες πηγες, ουτε ηταν σύγχρονες με τον Ιησου παντως!
Κατ'αρχην,υπαρχουν τα λεγομενα"αξιωματα" στα μαθηματικα τα οποια τα δεχομαστε οπως ειναι χωρις αποδειξεις(μαθηματικες)Οπως π.χ. το αξιωμα του Ευκλειδη.Αρα μην μου λες για αποδειξεις και τα σχετικα.
Για την επιστημη:Ναι,καποια πραματα ανακαλυφθηκαν μετα απο χρονιο αγωνα,αλλα ενω υπαρχουν απαντησεις για πολυπλοκα πραγματα για καποια αλλα ,υποτιθεται πιο απλα,δεν υπαρχουν
Π.χ..Η φυση των χρωματων ας πουμε.Αν εχουμε ενα πρασινο θρανιο αντανακλα την πρασινη και απορροφα ολες τις αλλες ακτινοβολιες.Το ιδιο ισχυει για ολα τα σωματα.Αντανακλουν τις ακτινοβολιες των χρωματων που εχουν και απορροφουν τις υπολοιπες.Αλλα γιατι π.χ το θρανιο αντανακλα την πρασινη κι οχι καποια αλλη ακτινοβολια,την κοκκινη ας πουμε.Αν ειναι αδυνατον για την ανθρωπινη λογικη να "συλλαβει"κατι τετοιο ,τοτε πως μπορει να αντιληφθει το Θεο?
Ο Θεος δεν ειναι θεωρημα της Γεωμετριας για να τον αποδειξουμε,ουτε χημικο στοιχειο για να το αναλυουμε στο εργαστηριο....
Οσο για την εγκυροτητα των Ευαγγελιων....το πρωτο του Μαρκου γραφτηκε το 65μ.Χ.Την περιοδο εκεινη,πολλους απο του αυτοπτες και αυτηκοους μαρτυρες ,ηταν ακομα ζωντανοι.Συνεπως αν γραφοταν κατι ψευδες ή γινοταν αποκρυψη σε καποια γεγονοτα,εκεινοι που ζουσαν κ ξεραν τα γεγονοτα θα αντιδρουσαν εντονα.Και ακομα,η υπαρξη του Χριστου σαν προσωπο δεν αμφισβητηθηκε ποτε απο κανεναν.Πληθος ιστορικων των αναφερουν.Ο πιο γνωστος μαλιστα ηταν ο Ιωσηπος Φλαβιος,που σημειωτεον δεν ηταν χριστιανος και δεν ζουσε στην ιδια πολη.
Οσο για το αν ηταν συγχρονα....Οπως ξερεις,για να καταγαραφει η ιστορια πρεπει να υπαρχει τουλαχιστον αποσταση 50 χρονων.Αλλιως δεν ειναι εγκυρη.
Αναφορικα με τη διακοπη της εκπαιδευτικης διαδικασιας για εκκλησιασμο....να σου θυμισω οτι γινονται αρκετες "διακοπες"για να παμε εκδρομες,για εθνικες γιορτες κτλ.Αν ειναι ετσι να καταργησουμε ολες τις αργιες για να μην διακοπτεται η εκπαιδευτικη διαδικασια,αν ειναι ποτε δυνατον!
Σαν κρατος δεν εχουμε διαχωριστει απο την εκκλησια.Αν γινει τοτε θα εχεις καθε δικαιωμα να λες οτι αντιμετωπιζεις "καταστασεις"που απο το Συνταγμα εχεις την ελευθερια να μην αντιμετωπιζεις.
Για το σχολειο εχουν πει αρκετοι οτι πρεπει να κατεβουν οι εικονες και να καταργηθει η προσευχη.
Κι ολα αυτα για να μην "προσβαλλονται"οι μειονοτητες(μουσουλμανοι,αθεοι κτλ κτλ).
Και με την πλειονοτητα τι θα γινει???Θα καταπατωνται τα θρησκευτικα δικαιωματα των πολλων για να ικανοποιουνται των λιγων?Δεν ειμαι νομοθετης για να βρω τη χρυση τομη,αλλα σιγουρα ειναι αντιδημοκρατικο να παραγκωνιζονται οι πολλοι εις βαρος των λιγων!!!!!
Ο χριστιανισμος δεν επεβαλλε ποτε με το ζορι,καποιον να πιστεψει.Δεν υπηρχε ποτε νομος να πιστευουν ολοι στο Θεο,αλλιως θα τιμωρουνταν.Ισα ισα που στη Ρωμαικη αυτοκρατορια ο χριστιανισμος διωχτηκε ανηλεως.
Α!Να κανω μια ερωτηση,η σωτηρια της Πολης απο την πολιορκια Αβαρων και Περσων τον 6ο αι.
που αποδιδεται στην Παναγια(για οσους δεν πιστευουν,οκ)πως εξηγειτε επιστημονικα?
"
Οταν ο Ηράκλειος απάλλαξε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τον τύραννο Φωκά και έγινε αυτοκράτορας, τον Οκτώβριο του 610, βρήκε ένα κράτος διαλυμένο και σε άθλια οικονομική κατάσταση. Στο εσωτερικό βασίλευαν η διαφθορά και η πλήρης διοικητική παράλυση, ενώ οι Πέρσες στην Ανατολή και οι Αβαροι στη Χερσόνησο του Αίμου λυμαίνονταν τις βυζαντινές επαρχίες. Αφού δεν είχε στρατό ο Ηράκλειος προσπάθησε πρώτα απ' όλα να συνάψει ειρήνη με τους δύο εχθρούς της αυτοκρατορίας. Δεν τα κατάφερε όμως.
Ο βασιλιάς της Περσίας Χοσρόης B', ο οποίος είχε και το προσωνύμιο Παρβίζ, δηλαδή «Νικητής», συνέχιζε με τους σατράπες στρατηγούς του να κυριεύει τις βυζαντινές επαρχίες. Οι πρώτες απόπειρες του Ηρακλείου να αναχαιτίσει την προέλαση των Περσών απέτυχαν.
Το 611 οι Πέρσες εισέβαλαν στη Συρία και έφθασαν ως την Αντιόχεια. Δύο χρόνια αργότερα κατέλαβαν τη Δαμασκό, από όπου πήραν χιλιάδες αιχμαλώτους και τους πούλησαν δούλους. Το ίδιο έκαναν το 614 στην Ιερουσαλήμ, όπου με τη βοήθεια των Ιουδαίων έσφαξαν χιλιάδες χριστιανούς κατοίκους της και γύρω στις 100.000 τους πούλησαν δούλους. Κατέστρεψαν τις εκκλησίες, σύλησαν τον Πανάγιο Τάφο και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο, όπως θρυλείται, ο Χοσρόης τον έστησε στα δεξιά του θρόνου του ενώ στα αριστερά τοποθέτησε έναν ψεύτικο πετεινό ώστε ο ίδιος να κάθεται ως «πατήρ» ανάμεσα στον «Υιό» και στο «Αγιο Πνεύμα».
Μετά την Παλαιστίνη σειρά κατάκτησης είχαν η Αίγυπτος και η Μικρά Ασία, όπου τα στρατεύματα του Χοσρόη έφθασαν ως τη Χαλκηδόνα, την οποία κατέλαβαν το 616.
Βοήθεια από την Εκκλησία
Χωρίς τον σιτοβολώνα της Αιγύπτου και χωρίς τις προμηθεύτριες πρώτων υλών επαρχίες της Συρίας και της Ιουδαίας η Κωνσταντινούπολη έπνεε τα λοίσθια οικονομικά. Ο Ηράκλειος προσπάθησε και πάλι να έρθει σε συμφωνία με τον Χοσρόη, αλλά ανένδοτος ο πέρσης βασιλιάς έριξε στη φυλακή τα μέλη της βυζαντινής αντιπροσωπείας.
Εξάλλου οι Αβαροι είχαν εντελώς αποθρασυνθεί. Το 619, ενισχυμένοι με Σλάβους και ενθαρρημένοι από τη βυζαντινή αδράνεια, έφθασαν ως τη Θεσσαλονίκη και απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος, μη έχοντας στρατό για να φοβίσει τον χαγάνο των Αβάρων, σκέφτηκε να τον εντυπωσιάσει με ορχήστρες, ψαλτάδες, ιπποδρομίες και πλούσια δώρα.
Αλλά ο χαγάνος είχε άλλα σχέδια: σκόπευε να πιάσει όμηρο τον αυτοκράτορα. Του έστησε ενέδρα και καθώς η αυτοκρατορική πομπή, με μπροστά την ορχήστρα, πορευόταν προς το σημείο της συνάντησης, στη Σιλύστρια της Θράκης, οι Αβαροι επιτέθηκαν σφάζοντας αδιακρίτως μουσικούς, ακολούθους και όποιον άλλον τους τύχαινε προσπαθώντας να εντοπίσουν τον αυτοκράτορα. Ο Ηράκλειος έκρυψε τα βασιλικά του διάσημα και γλίτωσε καλπάζοντας με το άλογό του ως την Κωνσταντινούπολη, ακολουθούμενος από τις ορδές των Αβάρων, οι οποίοι σταμάτησαν μπροστά στα τείχη της πόλης και αφού λεηλάτησαν τα περίχωρά της υποχώρησαν μόνοι τους προς τη Θράκη μια και δεν είχαν τίποτε άλλο να λεηλατήσουν. (Τα γεγονότα αυτά άλλοι ιστορικοί τα τοποθετούν το 617 και άλλοι το 623.)
Απελπισμένος από όλη αυτή την κατάσταση ο Ηράκλειος έφθασε στο σημείο να θέλει να παραιτηθεί - πιθανώς το 619 - ή κατ' άλλους να μεταφέρει την πρωτεύουσα του Βυζαντίου στη Λιβύη. Τελικώς όμως ο πατριάρχης Σέργιος, από τις σημαντικότερες μορφές του Βυζαντίου του 7ου αιώνα, όχι μόνο μετέπεισε τον Ηράκλειο και τον έβαλε να ορκιστεί στην Αγία Σοφία μπροστά στον λαό ότι δεν θα εγκατέλειπε την Πόλη αλλά του πρόσφερε, ως δάνειο, όλα τα χρυσά, ασημένια και χάλκινα σκεύη και αντικείμενα των εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης, τα οποία παραδόθηκαν στο νομισματοκοπείο και κόπηκαν νομίσματα. Τα χάλκινα μάλιστα νομίσματα, τα οποία λόγω της μικρής τους αξίας είχαν και τη μεγαλύτερη διάδοση, έφεραν την επιγραφή «εν τούτω νίκα».
Ο αναπάντεχος αυτός πλούτος έδωσε την ελευθερία στον Ηράκλειο να διαπραγματευθεί εκ νέου συνθήκη ειρήνης με τους Αβάρους, έστω και απεχθή: «Ο χαγάνος μεθ' ημών πάκτα πεποιηκώς» γράφει ο ποιητής και χρονικογράφος Γεώργιος Πισίδης. Οι Αβαροι δέχθηκαν να συνθηκολογήσουν με την προϋπόθεση ότι θα έπαιρναν 150.000 χρυσά νομίσματα ετησίως.
Προετοιμασίες για πόλεμο
Αφού ησύχασε από τους Αβάρους ο Ηράκλειος καταπιάστηκε με τη συγκρότηση του στρατού εγκαινιάζοντας το σύστημα των θεμάτων ιδίως στη Μικρά Ασία. Δημιούργησε, δηλαδή, μεγάλες στρατιωτικές περιφέρειες στις οποίες παραχώρησε μεγάλες εδαφικές εκτάσεις σε οικογένειες στρατιωτικών με αντάλλαγμα την προσφορά στρατιωτικής υπηρεσίας. Ετσι για πρώτη φορά το Βυζάντιο απέκτησε εθνικό στρατό και οι μισθοφόροι μειώθηκαν στο ελάχιστο. Επίσης ο Ηράκλειος, με σκοπό να επιτεθεί στους Πέρσες, οι οποίοι φημίζονταν για το ιππικό τους, άλλαξε και τη σύνθεση του στρατεύματος. Ως τότε ο στρατός στηριζόταν στο πεζικό. Στο εξής ο Ηράκλειος θα βασιζόταν και αυτός στο ιππικό του, το οποίο απετελείτο από τους κατάφρακτους ιππείς, δηλαδή που φορούσαν πανοπλία, και από τους ιπποτοξότες, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με τόξα. Οι προετοιμασίες για τον πόλεμο εναντίον των Περσών κράτησαν πάνω από δύο χρόνια.
Στις 4 Απριλίου 622, Κυριακή του Πάσχα, ο Ηράκλειος, ντυμένος σαν απλός στρατιώτης, κοινώνησε και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία. Την επομένη, κρατώντας σαν λάβαρο την Εικόνα του Σωτήρος, επιβιβάστηκε επικεφαλής του στόλου που θα τον μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στις Πύλες της Βιθυνίας.
Στην Κωνσταντινούπολη ο Ηράκλειος είχε αφήσει αντιβασιλέα τον 10χρονο γιο του και συναυτοκράτορα Κωνσταντίνο υπό την επιτροπεία του πατριάρχη Σέργιου και του μαγίστρου Βώνου, οι οποίοι ανέλαβαν και τη διοίκηση του κράτους.
Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο Ηράκλειος βρήκε να τον περιμένει ένας στρατός 120.000 ανδρών. Επί μήνες ο αυτοκράτορας εκπαίδευσε ο ίδιος τον στρατό του υπομένοντας τις ίδιες κακουχίες και τηρώντας την ίδια σιδερένια πειθαρχία. Παράλληλα με συνεχείς παραινέσεις και ομιλίες προς αξιωματικούς και απλούς στρατιώτες ο Ηράκλειος προσπαθούσε να τονώσει το ηθικό τους και να τους κάνει να πιστέψουν ότι η εκστρατεία τους εναντίον των Περσών θα ήταν τελικά νικηφόρα επειδή είχαν τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας.
H μάχη στα Σάταλα
Το φθινόπωρο του 622 ο Ηράκλειος ξεκίνησε με τον ετοιμοπόλεμο πλέον στρατό του εναντίον των Περσών. Κατευθύνθηκε ανατολικά και μετά έκανε στροφή προς Βορρά, «επί τα μέρη της Αρμενίας», όπως μας πληροφορεί ο Πισίδης.
Στην πρώτη σύγκρουση με τους Πέρσες οι Βυζαντινοί αναδείχθηκαν νικητές. Αλλά όταν ο Ηράκλειος θέλησε να διασχίσει την ορεινή Αρμενία και να περάσει από εκεί στα περσικά εδάφη βρήκε όλα τα περάσματα αποκλεισμένα από τους Πέρσες. Με ένα ευφυές στρατηγικό σχέδιο ο Ηράκλειος ξεγέλασε τους Πέρσες. Εστρεψε την πορεία του προς τα βόρεια δίνοντας την εντύπωση ότι πήγαινε προς τον Πόντο για να ξεχειμωνιάσει. Ο Ηράκλειος, όμως, κάνοντας κύκλο, ξαναγύρισε στην Αρμενία, αλλά βορειότερα, και προχώρησε προς τα Σάταλα, πόλη μεγάλης στρατηγικής σημασίας, κοντά στις πηγές του ποταμού Λύκου.
Οι Πέρσες, όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Βυζαντινοί τούς είχαν υπερκεράσει, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Ο Χοσρόης προσπάθησε να κάνει και αυτός ελιγμό και διέταξε τον στρατηγό του Σαρβαραζά να βαδίσει με μεγάλη δύναμη εναντίον της Καισάρειας ώστε να εξαναγκάσει τον Ηράκλειο να γυρίσει πίσω. Ο Ηράκλειος όμως δεν έδειξε διαθέσεις οπισθοχώρησης και έτσι ο Σαρβαραζάς, φοβούμενος ότι οι Βυζαντινοί θα προελάσουν στην Περσία, εγκατέλειψε το σχέδιο της Καισάρειας και γύρισε πίσω για να αντιμετωπίσει τον Ηράκλειο.
Ο αγώνας δρόμου των δύο στρατών ήταν άνισος. Ο στρατός του Ηρακλείου βάδιζε προς τα Σάταλα μέσω της οδού Θεοδοσιουπόλεως, δηλαδή ακολουθούσε τον κεντρικό δρόμο, ενώ τα στρατεύματα του Σαρβαραζά, ακολουθώντας τους Βυζαντινούς, ήταν υποχρεωμένα να σκαρφαλώνουν στα δύσβατα μονοπάτια της ορεινής Αρμενίας.
Ο Σαρβαραζάς καραδοκούσε για την ευκαιρία να επιτεθεί νύχτα. Αλλά οι νύχτες ήταν φεγγαρόλουστες και δεν προσφέρονταν για αιφνιδιασμό. Επιπλέον μια έκλειψη σελήνης επέτεινε τη δυσθυμία των στρατιωτών του Σαρβαραζά επειδή τη θεώρησαν κακό οιωνό. Αλλά όταν ο πέρσης στρατηγός αποφάσισε τελικά να αιφνιδιάσει τον βυζαντινό στρατό, βρήκε τους στρατιώτες του Ηρακλείου να τον περιμένουν: το σχέδιο του το είχαν πληροφορηθεί οι κατάσκοποι του αυτοκράτορα.
H μάχη αυτή πρέπει να δόθηκε κάποια νύχτα ανάμεσα στις 7 και στις 12 Φεβρουαρίου 623. Μόλις οι Πέρσες κατέβηκαν από τα βουνά για να επιτεθούν έπεσαν στην ενέδρα: οι Βυζαντινοί τούς περίμεναν, τους περικύκλωσαν και τους σφαγίασαν κυριολεκτικά. Μόλις και μετά βίας σώθηκε ο Σαρβαραζάς με ελάχιστα υπολείμματα του στρατού του. Τα πλούσια εφόδια των Περσών έπεσαν στα χέρια των Βυζαντινών, οι οποίοι είδαν ότι οι Πέρσες δεν ήταν αήττητοι και ευχαριστούσαν τον Θεό για τη βοήθεια που τους προσέφερε και τον Ηράκλειο για την ιδιοφυή στρατηγική του και για το απαράμιλλο θάρρος του στο πεδίο της μάχης.
Αφού στρατοπέδευσε στα Σάταλα με σκοπό προφανώς να ξεχειμωνιάσει εκεί, ο Ηράκλειος άλλαξε ξαφνικά γνώμη. Στο σημείο αυτό οι απόψεις των ιστορικών διίστανται: άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να σπεύσει στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας των Αβάρων (το περιστατικό που αναφέρθηκε πιο πάνω) και άλλοι ότι απλώς ο αυτοκράτορας προτίμησε να περάσει τους υπόλοιπους μήνες του χειμώνα του 623 στην πρωτεύουσα.
Οι νίκες συνεχίζονται
Στο μεταξύ ο Χοσρόης, μετά την καταστροφή του στρατού του Σαρβαραζά, συγκρότησε εκ νέου μια μεγάλη στρατιά που, με επικεφαλής και πάλι τον Σαρβαραζά, έκανε επίδειξη δυνάμεως στην Κιλικία και στη Γαλατία.
Την άνοιξη του 623 ο Ηράκλειος έστειλε στον Χοσρόη επιστολή με την οποία ζητούσε συνθήκη ειρήνης αλλά ο πέρσης βασιλιάς απέρριψε την πρόταση. Ετσι τον Μάρτιο ο Ηράκλειος ξεκίνησε και πάλι εναντίον των Περσών από τα Σάταλα, όπου βρήκε τον στρατό του, γύρω στους 120.000 άνδρες.
Παρ' όλο που ο Χοσρόης περίμενε ότι ο Ηράκλειος θα επέστρεφε στη Μικρά Ασία για να ανακαταλάβει τα εδάφη που είχαν κατακτήσει οι Πέρσες, ο βυζαντινός στρατός μπήκε στην περσική Αρμενία. Ο Χοσρόης αιφνιδιάστηκε και αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον Σαρβαραζά από τη Μικρά Ασία και συγκέντρωσε και μια δεύτερη μεγάλη στρατιά στην οποία έβαλε αρχηγό τον σατράπη Σαήν.
Απτόητος ο Ηράκλειος συνέχισε την προέλασή του μέσα στην Περσία κυριεύοντας τις πόλεις Ντοβίν και Ναχκαβάν και την Ταυρίδα της Μηδίας, όπου κατέστρεψε τον περίφημο ναό του Ζωροάστρη σε αντίποινα για την καταστροφή του Ναού του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ. Με διαλείμματα τους χειμερινούς μήνες, τα επόμενα χρόνια η προέλαση του βυζαντινού στρατού μέσα στο περσικό έδαφος συνεχιζόταν ακάθεκτη παρά τις προσπάθειες του Χοσρόη.
H πολιορκία της Κωνσταντινούπολης
Στο μεταξύ οι Αβαροι, ενοχλημένοι προφανώς από τη βυζαντινή διπλωματία, η οποία προσπαθούσε να ενισχύσει και να έχει συμμάχους τους Χρωβάτους (Κροάτες) και τους Σέρβους, όχι μόνο καταπάτησαν τη συνθήκη ειρήνης που είχαν με τους Βυζαντινούς αλλά ήρθαν και σε συνεννόηση με τους Πέρσες για να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη ενόσω ο Ηράκλειος βρισκόταν μακριά. Οταν ο Ηράκλειος πληροφορήθηκε τη συμφωνία των Αβάρων με τους Πέρσες έστειλε στον Χαγάνο προτάσεις ειρήνης αλλά αυτός τις απέρριψε. Τότε ο Ηράκλειος, χωρίς ούτε καν να διανοηθεί να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, έδωσε εντολή να επισκευασθούν οι οχυρώσεις της πόλης, να κατασκευασθούν αμυντικές μηχανές και να εξασφαλισθεί ο επισιτισμός των κατοίκων για αρκετόν καιρό. Για να ενισχύσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης ο Ηράκλειος έστειλε 12.000 άνδρες ενώ εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς του στον αδελφό του Θεόδωρο με την εντολή να σπεύσει να βοηθήσει τους πολιορκημένους, αφού προηγουμένως συνέτριβε τον στρατό του Σαήν.
Πράγματι ο Θεόδωρος νίκησε τον Σαήν κοντά στα Σάταλα. Ο Σαήν από τη στενοχώρια του έπαθε συγκοπή και πέθανε, και ο Θεόδωρος συνέχισε την πορεία του προς την Κωνσταντινούπολη. Στο μεταξύ ο άλλος πέρσης στρατηγός, ο Σαρβαραζάς, έφθανε στα μέσα Ιουνίου του 626 με τον στρατό του στη Χαλκηδόνα και περίμενε τους Αβάρους να κάνουν την εμφάνισή τους.
H εμπροσθοφυλακή των Αβάρων από 30.000 άνδρες εμφανίστηκε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης στις 29 Ιουνίου και με συνθηματικές πυρές έκαναν γνωστή την παρουσία τους στους Πέρσες. Εναν μήνα αργότερα εμφανίστηκε ο Χαγάνος με τον κύριο όγκο της στρατιάς του, πάνω από 150.000 άνδρες, στην οποία συμμετείχαν Σλάβοι και Βούλγαροι, και έστησε τις πολιορκητικές μηχανές του.
Στην πολιορκημένη Πόλη ο μάγιστρος Βώνος επιθεωρούσε τον στρατό και τις οχυρώσεις ενώ ο πατριάρχης Σέργιος, κρατώντας την εικόνα της Θεοτόκου, περιφερόταν στα τείχη εμψυχώνοντας τους μαχητές. Οι επιθέσεις των πολιορκητών συνεχίστηκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο μάγιστρος Βώνος ζήτησε και πάλι συνθηκολόγηση από τον Χαγάνο, αλλά αυτός απάντησε ότι απαιτούσε να του παραδώσουν την πόλη και οι πολίτες θα ήταν ελεύθεροι να φύγουν με ό,τι θα μπορούσε ο καθένας να πάρει μαζί του. Αν δεν το έκαναν όμως, δεν έπρεπε να περιμένουν το έλεός του. Θα γλίτωναν μόνο αν γίνονταν πουλιά και πετούσαν ψηλά ή ψάρια και έφευγαν κολυμπώντας.
H κατάσταση ήταν ανησυχητική αλλά όχι απελπιστική ως τις 6 Αυγούστου, οπότε οι Αβαροι κατέλαβαν την εκκλησία των Βλαχερνών και οχυρώθηκαν μέσα σε αυτήν. Ωστόσο ο Βώνος έμαθε το πώς οι Αβαροι θα έρχονταν σε συνεννόηση με τους Πέρσες για να επιτύχουν συντονισμένη επίθεση και αντί για τους Αβάρους στις 7 Αυγούστου άναψε ο ίδιος τις συνθηματικές φωτιές στην άκρη των θαλασσίων τειχών παρασύροντας τον αβαρικό στόλο που βρισκόταν στον Κεράτιο κόλπο να επιτεθεί χωρίς λόγο. Αποτέλεσμα: όλος ο στόλος των Αβάρων βυθίστηκε από τον βυζαντινό στόλο συμπεριλαμβανομένων και των μονόξυλων που μετέφεραν μυστικά 4.000 Πέρσες. Ο Χαγάνος θυμωμένος για το λάθος που είχαν κάνει οι άνδρες του έσφαξε τους επιζήσαντες και έλυσε την πολιορκία. Ο Σαρβαραζάς βλέποντας τις εξελίξεις μάζεψε τον στρατό του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Μετά την αναπάντεχη νίκη ο Αντιβασιλέας Κωνσταντίνος, ο πατριάρχης Σέργιος, οι προύχοντες και ο λαός πήγαν στην εκκλησία των Βλαχερνών για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο. Εκεί πρωτακούστηκε ο Ακάθιστος Υμνος, γραμμένος για την περίσταση είτε από τον Πατριάρχη είτε από τον Γεώργιο Πισίδη. Στο μεταξύ ο Θεόδωρος με τον στρατό του είχε φθάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη και κυνήγησε τους Αβάρους ως τα βόρεια σύνορα της χερσονήσου του Αίμου, τους συνέτριψε και έκτοτε οι Αβαροι έπαψαν να ενοχλούν το Βυζάντιο."
1)Η προσφορα της εκκλησιας στη συγκεκριμενη περιπτωση ειναι ενα δειγμα,γιατι σε πολλες απο τις δυσκολες στιγμες του εθνους τη λυση την εδωσε η Εκκλησια.
2)Μαθηματικα και μονο να το παρει κανεις,αριθμητικα οι Αβαροι κ οι Περσες ηταν περισσοτεροι.
Το ιδιο κι απο αλλη πηγη:"
Το έτος 626, και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».
Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δε θεωρείται απίθανο η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητος ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου."