Στην αρχαιότητα
Ένα από τα αρχαιότερα κείμενα που αναφέρονται στην ομοφυλοφιλία είναι η Παλαιά Διαθήκη. Η ιστορία των Σοδόμων, απ΄ όπου προέρχεται και η λέξη σοδομισμός, δείχνει ότι αυτή η σεξουαλική συμπεριφορά ήταν γνωστή τουλάχιστον από το 2000 π.Χ. Τόσο ο ιουδαϊσμός όσο και ο χριστιανισμός καταδίκασαν την ομοφυλοφιλία.
Δε συνέβαινε όμως το ίδιο σε άλλους πολιτισμούς όπως οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσες, οι Ετρούσκοι, οι Ρωμαίοι, οι Κέλτες ή οι Έλληνες. Σχετικά με την αρχαία Ελλάδα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι ακριβώς συνέβαινε στην καθημερινή ζωή των πόλεων-κρατών, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους όπως η Σπάρτη και η Αθήνα.
Είναι γνωστός βέβαια ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Δίας θαμπώθηκε από την ομορφιά του νεαρού Γανυμήδη και μεταμορφωμένος σε αετό τον άρπαξε και τον ανέβασε στον Όλυμπο, όπου έγινε οινοχόος των θεών. Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο αναφέρει έναν άλλο μύθο με τον οποίο εξηγεί την έλξη προς το ίδιο ή το αντίθετο φύλο.
Οι πρώτοι άνθρωποι, είπε, αποτελούνταν ο καθένας από δύο μισά, δύο άντρες, δύο γυναίκες ή έναν άντρα και μία γυναίκα. Ήταν όμως αλαζονικοί και θέλησαν να σκαρφαλώσουν στον ουρανό. Για να τους αποδυναμώσουν, οι θεοί τους έκοψαν στα δύο. Από τότε ο καθένας αναζητά το άλλο του μισό, που μπορεί να ανήκει είτε στο ίδιο είτε στο αντίθετο φύλο. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες, η ομοφυλοφιλία με τη μορφή της παιδεραστίας φαίνεται ότι διαδόθηκε στον ελλαδικό χώρο μετά την κάθοδο των Δωριέων.
Είχε ως αφετηρία τη ζωή του στρατοπέδου και εστία της τα γυμνάσια, όπου κάποιος μπορούσε να θαυμάσει τα ωραία σώματα των πλούσιων νέων που αθλούνταν γυμνοί. Ο εραστής ήταν συνήθως ένας ώριμος άντρας που αναλάμβανε την ηθική και πνευματική καθοδήγηση του νεαρού ερωμένου του, παράλληλα με τη σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση.
Στην Ηλεία και στη Βοιωτία η σχέση του εραστή και του ερωμένου γινόταν γνωστή δημοσίως (Πλάτωνας 182 b), ενώ στη Σπάρτη ο εραστής (εισπνήλας) αναγνωριζόταν ως κηδεμόνας και ήταν υπεύθυνος απέναντι στην πολιτεία για τις παρεκτροπές του ερωμένου (άιτας). Όπως μας πληροφορεί ο Στράβων, στο θεσμό απέδιδαν παιδαγωγικό χαρακτήρα και οι Κρήτες. Εξάλλου ο Ιερός Λόχος των Θηβών, ονομαστός για την ανδρεία των πολεμιστών του, αποτελούνταν από εραστές και ερωμένους (Πλούταρχος, Ερωτικός, 761 d).
Όμως στο βαθμό που υπήρχε σαρκική σχέση μεταξύ εραστή και ερωμένου το πρωκτικό σεξ ήταν απαγορευμένο. Αντ΄ αυτού, όπως αναφέρει ο Τζ. Μάικλ Μπέιλι, καθηγητής ψυχολογίας στο Northwestern University, στο βιβλίο του The Man Who Would Be Queen (Joseph Henry Press), "ο εραστής έτριβε το πέος του ανάμεσα στα μπούτια του ερωμένου". Η αγοραία παιδεραστία διωκόταν, όπως και η διαιώνισή της έξω από το εκπαιδευτικό τυπικό.
Παρ΄ όλα αυτά, τα ερωτικά εγκλήματα μεταξύ ομοφυλόφιλων ήταν συχνά. Το πιο γνωστό είναι η δολοφονία του Ίππαρχου το 514 π.Χ. από τους τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτονα. Ο Θουκυδίδης και ο Αριστοτέλης αναφέρουν ότι ο Ίππαρχος ερωτεύτηκε τον Αρμόδιο, ο οποίος ήταν ερωμένος του Αριστογείτονα. Ο τελευταίος, από φόβο μήπως χάσει τον αγαπημένο του, άρχισε να σχεδιάζει την ανατροπή του τυράννου και τελικά τον δολοφόνησε μαζί με το σύντροφό του.
Τέλος, σχετικά με την ιδιωτική ζωή της λυρικής ποιήτριας Σαπφώς, η οποία ύμνησε τη γυναικεία ομορφιά και διηύθυνε στη Λέσβο ένα είδος οικοτροφείου για κορίτσια, οι απόψεις διίστανται. Σε πείσμα της γνωστής φημολογίας, ο Μάξιμος ο Τύριος αποφαίνεται ότι, όπως η Γοργώ ή η Ανδρομέδα, η σχέση της Σαπφώς με το γυναικείο κύκλο γνωριμιών της ήταν καθαρά παιδαγωγική και μορφωτική. Στους ρωμαϊκούς χρόνους είναι γνωστός ο έρωτας του αυτοκράτορα Αδριανού για το νεαρό Αντίνοο, ενώ ο Ιούλιος Καίσαρας διατηρούσε ομοφυλοφιλικές σχέσεις.