Η σπαστικιά:
Komvos.edu.gr
φεστιβάλ το [festivál] Ο (άκλ.) : σύνολο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων διαγωνιστικού ή μη χαρακτήρα, ποικίλης διάρκειας, συχνά θεσμοθετημένων, με ενιαίο περιεχόμενο, που συνήθ. αφορά ένα ορισμένο καλλιτεχνικό είδος ή σπανιότερα το έργο ενός καλλιτέχνη: ~ τραγουδιού / κινηματογρά φου / χορού / μουσικής / τζαζ / ποίησης / Mότσαρτ / Επιδαύρου / Kαννών. || (επέκτ.) σύνολο πολιτικών, καλλιτεχνικών και ευρύτερα πολιτιστικών εκδηλώσεων που οργανώνουν σε ετήσια συνήθ. βάση πολιτικές νεολαίες: ~ νεολαίας / KNΕ-Οδηγητή.
πανηγύρι το [panijíri] Ο44 : 1.ο εορτασμός θρησκευτικής επετείου με συγκέντρωση των πιστών γύρω από το ναό και με τη συμμετοχή τους σε ποικίλες διασκεδαστικές και εθιμικές εκδηλώσεις (χορό, τραγούδι κτλ.): Tο ~ της Παναγίας. Tο ~ του χωριού μας. Tριήμερο ~. 2. γενικά, ομαδική ζωηρή διασκέδαση· γλέντι: Xαρές και πανηγύρια. ΦΡ είναι για τα πανηγύρια, για πρόσωπο με συμπεριφορά ή εμφάνιση ανόητη και γελοία, ή για πράγμα ελεεινής ποιότητας, κατασκευής ή μορφής: Έτσι παρδαλά που ντύνεται είναι για τα πανηγύρια. έγινε του Kουτρούλη* ο γάμος / το ~. 3. (ειρ.) για θορυβώδες επεισόδιο (καβγά, διαπληκτισμό κτλ.) μεταξύ προσώπων, το οποίο προκαλεί το γέλιο των άλλων: Aν μάθουν την αλήθεια ο ένας για τον άλλον, θα έχουμε μεγάλο ~.
[μσν. πανηγύριν (στη σημερ. σημ.) < ελνστ. πανηγύριον `υπαίθρια αγορά΄ υποκορ. του αρχ. πανήγυρις `γενική συγκέντρωση΄]
https://www.neurolingo.gr
Συνώνυμα - Αντίθετα
πανηγύρι ουσ.
Σ: πανήγυρη λόγ.
Σ: γλέντι, ξεφάντωμα προφ.
Σ: καβγάς προφ., τσακωμός προφ.
Σ: εμποροπάζαρο, εμποροπανήγυρη, παζάρι1
Στα ελληνικά τουλάχιστον σύμφωνα με τα όσα βρίσκω εγώ οι λέξεις φεστιβάλ και πανηγύρι ΔΕΝ ταυτίζονται.
Κοινώς Valder (και Πατρέα), μην πας να μας την βγεις και από πάνω να το υποβιβάσεις θέλεις χρησιμοποιώντας αυτήν την κλισέ λέξη

Μη μασάς ρε συ λαβ!
(λυκ το ξέρεις ότι εγώ σε συμπαθώ νι???


)