Θα ήθελα ν' απαντήσω σε κάποια ενδιαφέροντα πράγματα που ανέφερε η Μισέλ, αποφεύγοντας να επιμηκύνω το ποστ μου με μια μακροσκελή παράθεση.
Κατ' αρχήν, το να επιβάλεις σε κάποιον συνομιλητή να μιλήσει, όχι με το δικό του τρόπο, αλλά με τον τρόπο κάποιου άλλου, ισοδυναμεί με αφαίρεση του λόγου του. Πολύ δε περισσότερο αν το απόλυτο μέτρο είναι η προκρούστεια κλίνη της "μέσης άποψης" και της προσωπικής ευθιξίας του καθένα. Εδώ μιλάμε για ένα λεκτικό ρητορικό σχήμα που χρησιμοποιείται διεθνώς και μάλιστα από ανθρώπους με υψηλό επίπεδο.
Καθένας που αποφασίζει να γράψει, βρίσκεται αναπόδραστα αντιμέτωπος με την προσωπική του μετριότητα, σε μια εσωτερική πάλη με την πραγματική του ικανότητα. Αυτός είναι τελικά που θ' αποφασίσει εάν θα επιτρέψει τον εαυτό του να παραμείνει στη μετριότητα, ή αν θα προσπαθήσει να διευρύνει τις ικανότητές του και να στοχεύσει στην αυτοβελτίωση. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, όλοι είμαστε ταυτόχρονα δάσκαλοι και μαθητές, αφού από την αλληλεπίδραση όλοι έχουμε κάτι να μάθουμε. Επίσης, όλοι διδάσκουμε κάτι, ακόμη κι άθελά μας, με τη στάση μας, την πολιτεία μας και τις πράξεις μας. Προσωπικά μπορώ να πω ότι έχω διδαχθεί πολλά κατά το διάστημα που γράφω στο στέκι, ακόμη κι από συνομιλητές που δεν θα το περίμεναν ούτε οι ίδιοι. Θέλω να ελπίζω ότι με τον ίδιο ισότιμο τρόπο, έχουν διδαχθεί κάποια πράγματα και οι συνομιλητές από εμένα, έστω ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Ο πραγματικά φιλομαθής και αντικειμενικός συνομιλητής, ο οποίος έχει επιλέξει το δρόμο της αυτοβελτίωσης έναντι αυτού της μετριότητας, αντιμετωπίζει κάθε έναν που γνωρίζει κάτι περισσότερο, έστω σ' ένα μόνο θέμα, ως διδάσκαλο και προσδοκεί να μάθει κάτι απ' αυτόν. Όποιος πιστεύει πως υποτιμάται από κάποιον που γνωρίζει κάτι περισσότερο ή διαφορετικό και θέλει να του το δείξει, μάλλον ο ίδιος υποτιμά τον εαυτό του.
Αυτός που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την ειρωνεία, χωρίς ταυτόχρονα να ξεπέσει στο χλευασμό, αναγκάζεται να σκεφτεί διπλά και τριπλά το τι θα γράψει, αφού θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τις λέξεις διαφορετικά απ' την κυριολεκτική τους έννοια, ενώ συνάμα με τρόπο που να λένε αυτό που θέλει αυτός να πουν. Μια τέτοια προσπάθεια συμβάλλει στο να ξεφύγει κανείς από τα τετριμμένα και την κουραστική πεπατημένη, να κάνει το λόγο του πιο προσωπικό και πρωτότυπο και να προσδώσει στα γραπτά του μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δελεάζοντας για παράδειγμα τους αναγνώστες να διαβάσουν μακροσκελή κείμενα που σε άλλη περίπτωση δεν θα τα διάβαζαν. Η αφαίρεση λοιπόν από έναν τέτοιο συνομιλητή του ρητορικού εργαλείου της ειρωνείας, πράγματι ισοδυναμεί με αφαίρεση του λόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το παραπάνω αποτελεί ο Νωεύς, αξιότιμο μέλος του στεκιού, ο οποίος χρησιμοποιεί προνομιακά την ειρωνεία, ώστε να προκαλέσει τους λοιπούς συνομιλητές να στοχαστούν επί των δύσκολων θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται. Για του λόγου το αληθές, δέστε στο θέμα των Ταρώ, την περίπτωση της φράσης "Η διαφορά είναι πάντοτε χρόνος". Η ειρωνική του απάντηση στο ερώτημά μου, με ανάγκασε να σκεφτώ καλύτερα και να βρω μια σημαντική φιλοσοφική απάντηση, που προηγουμένως νόμιζα πως δεν την γνώριζα, για να εισπράξω επακολούθως τα εύσημα από τον αγαπητό συνταξιδιώτη.
Με την ίδια λογική θ' αναφερθώ στα παραδείγματα άλλων αξιότιμων συνομιλητών, όπως η dooo, ο Ρεμπεσκές και ο Bisbirikos, οι οποίοι ως επί το πλείστον δημοσιεύουν πολύ σύντομα ποστ, που σχολιάζουν τα τεκταινόμενα μέσα σ' ένα θέμα με καυστικό αλλά συνάμα υπέροχα εύστοχο τρόπο, σε βαθμό που πάντα χαίρομαι να συναντώ δικά τους ποστ στα θέματα που γράφω. Η δογματική απαγόρευση της ειρωνείας, που τόσο όμορφα χρησιμοποιούν οι παραπάνω, και η επακόλουθη αφαίρεσή της, θα εξολόθρευε κυριολεκτικά τα ποστ τους και θα τους καθιστούσε βουβούς παρατηρητές στην καλύτερη, ακόμη και ανεπιθύμητους στη χειρότερη περίπτωση. Αναφέρομαι σε συγκεκριμένους χρήστες, για να εκφράσω την εκτίμησή μου στον τρόπο γραφής τους, ίσως γιατί διαφέρει αρκετά από το δικό μου. Επίσης για να καταδείξω πως η χρήση της ειρωνείας δεν είναι μόνο προνόμιο των σοφών και των λογίων, αλλά ένας μέσος συνομιλητής μας μπορεί κάλλιστα να τη χειρίζεται με άνεση. Θα ήθελα να πιστεύω αγαπητή μου Μισέλ, ότι δεν είχες στο μυαλό σου συγκεκριμένα παραδείγματα όταν έγραφες περί προβληματικών χαρακτήρων, αν και θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, σύμφωνα με όσα έχεις προαναφέρει, ώστε να μην χρησιμοποιούμε εκφράσεις που θα μπορούσαν δυνητικά να πληγώσουν τους συνομιλητές, ακόμη κι όταν δεν είναι ειρωνικές.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αντίθετα, ένας υποθετικός χρήστης (πιστεύω πως δεν υπάρχουν τέτοιοι ανάμεσά μας) που μπαίνει μέσα σ' έναν χώρο ανταλλαγής απόψεων, χωρίς να έχει την πρόθεση να δεχτεί το ρητορικό στυλ των συνομιλητών του, αλλά αντίθετα να προσβάλλεται διαρκώς, μη δεχόμενος μύγα στο σπαθί του, μάλλον εκείνος έχει προβληματικό χαρακτήρα. Ωστόσο, εγώ δεν είμαι ειδικός επί της ψυχολογικής διάστασης των συνομιλητών, συνεπώς δεν μπορώ να καταλήγω, έτσι αβασάνιστα, σε τέτοιου είδους διαγνώσεις.
Περί του ισότιμου διαλόγου έχω να πω, ότι σαφώς είναι το ζητούμενο, όμως ταυτόχρονα θα πρέπει να κάνουμε τη λεπτή διάκριση μεταξύ της ισοτιμίας και της ισοπέδωσης, πράγμα που θα μπορούσε να είναι το θέμα ενός νέου θρεντ.
Στα πιο αγαπημένα ζευγάρια, παρουσιάζονται πότε πότε καυγαδάκια. Στις πιο αρμονικές οικογένειες εμφανίζονται έντονες διαφωνίες. Ανάμεσα στους καλύτερους φίλους προκαλούνται εντάσεις. Ακόμη λοιπόν κι αν δεχθούμε ότι η λεπτή γραμμή της ειρωνείας είναι εύκολο να καταπατηθεί και να καταλήξει σε χλευασμό, πράγμα που θα ήταν αρμοδιότητα της ΟΔ να παρέμβει ώστε να επαναφέρει την τάξη, δεν θα έπρεπε να το φοβόμαστε τόσο πολύ, μέσα σ' ένα φόρουμ ενηλίκων. Αντίθετα η αποστείρωση, όπως μου έχει διδάξει η βιολογία, δεν επιτρέπει τη γονιμότητα κι επιπλέον αποστερεί το διάλογο από τη γοητεία της μοναδικότητας του κάθε συνομιλητή, συνεπώς από την φυσική αναγκαιότητα της ποικιλομορφίας του.
Πολύ δε περισσότερο, η προληπτική καταστολή της διαφορετικότητας, με πρόσχημα τη διαφύλαξη της ησυχίας, της τάξης και της ασφάλειας, παραπέμπει σε άλλα καθεστώτα και σε άλλες εποχές, που προσωπικά με ανατριχιάζουν. Με την ίδια λογική, τα μόνα θέματα συζήτησης που δεν ενέχουν τον κίνδυνο του να παρεκτραπούν, είναι το "Τι φάγατε σήμερα", "Τι γνώμη έχετε για τον καιρό" και άλλα τέτοια συναρπαστικά. Φυσικά, όποιοι έχουν την εξουσία σ' έναν χώρο, έχουν και τη δικαιοδοσία να επιλέξουν τι είδους χώρο θέλουν να έχουν.
Από την παραπάνω συζήτηση, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι μάλλον όταν αναφερόμαστε σε "ειρωνεία" δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα. Προφανώς η λεπτή διάκριση μεταξύ χλευασμού και ειρωνείας, δεν έχει ακόμη διασαφηνιστεί πλήρως, αν και ήδη εμφανίστηκαν κάποιοι συνομιλητές που επιχειρούν να δώσουν συγκεκριμένα παραδείγματα (Buggs, Νεράιδα), πράγμα που προσδίδει νέο ενδιαφέρον στο διάλογο. Συνεπώς, κρίνω πως η παρούσα συζήτηση έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της...