Κοντσέρτο
Κρόσσια πήρες του φεγγαριού
Και του ήλιου αχτίδες, στο χρώμα του κεχριμπαριού.
Κι έπλεξες σελαγισμό,
Ως σινιάλο ν' ακουμπήσει στου παραθυριού μου τον λογισμό.
Έφτασες στο κατώφλι τής σκέψης μου κι ακούμπησες απαλά,
Σαν πέταλα λουλουδιού π' αγγίζεις σιγά και τρυφερά.
Σαν παιδί εκστατικό με μάτια φωτερά σε ψάχνω,
Για ταξίδιαλαργινό, για τ' άγνωστο, τ' απατηλό, το λάγνο.
Τα χέρια μου πείθω πως είναι τα δικά σου,
Πως σου δίνομαι κι ας είμαι μακριά σου.
Στο πέρασμά τους αρχίζουν να νοτίζουν,
Ν' αφήνουν νότες, το κορμί μου να πορίζουν.
Το σολ να ξεκλειδώνει τις αισθήσεις,
Και του πάθους να ξυπνά τη λαχτάρα για κατακτήσεις.
Το φα να γρηγορεύει την αναπνοή στου πόθου τη ματιά,
Ν' αφήνει το κόκκινο της ηδυπάθειας να τρέχει και να βάφει με βια.
Το λα να γλιστράει με λαγνεία στον λαιμό,
Και να χάνεται σε κοφτές ανάσες π' αποζητούν την κορύφωση, τον λυτρωμό.
Κι όταν οι νότες γυρίζουν σε μένα,
Φτιάχνουν κοντσέρτο για δυο κορμιά, σ' ένα όνειρο κρυμμένα.