Πάω λοιπόν πρώτη μέρα στο πολυϊατρείο των Γιατρών του Κόσμου, ενθουσιασμένη που θα βοηθήσω, και που λέτε είναι στον 3ο όροφο. Γνωστή βαρεμένη με το ανέβασμα σκαλιών, πατάω το μαγικό κουμπάκι να περιμένω το ασανσέρι. Έρχεται το ασανσέρι, μπαίνω μέσα, πώς δεν προσέχω ότι οι πόρτες πρέπει να είναι κλειστές για να ξεκινήσει, ποιος ξέρει τις βάρεσα τόσο δυνατά πίσω μου? Ενιγούει σε κάποια φάση ψιλοανοίγει η μία, κολλάω μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Ψιλοκοκαλώνω, ήταν και μικρό το ασανσέρ, ευτυχώς δεν έχω κλειστοφοβία. Μετά τα πρώτα 20 δευτερόλεπτα που σκέφτομαι κάτι ανάμεσα σε "θα πεθάνω", "Κανείς δεν πέθανε ποτέ σε κλεισμένο ασανσέρ", ηρεμώ τελείως, και σκέφτομαι "αν ήμουν ασανσέρ τι θα ήθελα για να πάρω μπρος?" (μην γελάτε). Και βλέπω την πορτίτσα την μία μισάνοιχτη, την κοπανάω, και παίρνει μπρος.
Εντάξει δεν ήταν και το χειρότερο λεπτό της ζωής μου, αλλά αισθάνθηκα λίγο survivor όταν βγήκα με ύφος Κολόμβου.