Φυσικά οι κλέφτες του Πετρόπουλου δεν έχουν καμία σχέση με τους σύγχρονους αγριεμένους κλέφτες των μεγαλουπόλεων (και της επαρχίας). Οι σύγχρονοι αγριεμένοι κλέφτες ασκούν βία ακόμα και χωρίς αφορμή. Ξυλοκοπούν μέχρι αναισθησίας το θύμα ακόμη κι αν αποδειχθεί απολύτως συνεργάσιμο. Πολλές φορές οπλοφορούν. Παρακολουθούμε δολοφονίες ηλικιωμένων γυναικών για μικροποσά. Οι κλέφτες γίνονται διαρκώς και πιο σκληροί, διαρκώς και πιο επικίνδυνοι. Το ταξικό τους μίσος εκφράζεται με βία. Η ανθρώπινη ζωή κοστολογείται όλο και πιο φτηνά. Μπροστά σ’ αυτά οι αφοδεύσεις και οι εκσπερματώσεις των πετροπουλικών κλεφτών είναι αβροφροσύνες. Ο γριλάκιας και ο μπουγαδοκλέφτης γίνονται γραφικές φιγούρες ενός ανέμελου κι ακίνδυνου παρελθόντος. Γιατί ο κλέφτης του Πετρόπουλου δεν πυροβολούσε τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου αν απροόπτως εμφανιζόταν, ούτε σκότωνε για μια κάμερα. Κι αν τη στιγμή της μπούκας ερχόταν ο νοικοκύρης προσπαθούσε να φύγει κι όχι να επιτεθεί. Παρά τις βασικές διαφορές της νέας γενιάς κλεφτών τα κίνητρα είναι πάντα τα ίδια, τα κλοπιμαία. Δηλαδή το αντικείμενο της ιδιοκτησίας που παρανόμως αλλάζει χέρια. Ο νόμος, φυσικά, είναι προστάτης της ιδιοκτησίας. Ο νόμος καθορίζεται από ανθρώπους που έχουν ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία των ανθρώπων που συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση των νόμων – άμεσα ή έμμεσα – δεν έχει καμία σχέση με τη μικροϊδιοκτησία των καθημερινών κι ανώνυμων ανθρώπων. Ο καθημερινός άνθρωπος περνάει μαρτύρια για να αποκτήσει την ελάχιστη περιουσία που τελικά κατέχει. Δουλεύει σκληρά και πληρώνει υπέρογκες δόσεις για το σπίτι και το αυτοκίνητό του. Η περιουσία του είναι το ελάχιστο δίκιο που του έχει απομείνει. Η ελίτ του χρήματος αποτελείται από ανθρώπους που έχουν τεράστια περιουσία. Οι άνθρωποι του χρήματος δεν γνωρίζουν την καθημερινή βιοπάλη. Οι άνθρωποι του χρήματος πλουτίζουν από τη δουλειά των άλλων. Οι άνθρωποι του χρήματος πληρώνουν καλά για την ασφάλεια του σπιτιού τους. Οι άνθρωποι του χρήματος δεν είναι τόσο ευάλωτοι στον κλέφτη. Ως εκ τούτου, δεν μισούν τον κλέφτη. Εξάλλου, ακόμη κι αν τους κλέψουν, έχουν λεφτά να αντικαταστήσουν τα κλοπιμαία. Ο βιοπαλαιστής μισεί τον κλέφτη. Ο βιοπαλαιστής είναι αυτός που κινδυνεύει από τον κλέφτη. Ο κλέφτης έχει πολύ συγκεχυμένη ταξική αντίληψη. Για τον κλέφτη σχεδόν όλοι είναι «μπουρζουάδες». Ο κλέφτης μισεί τους «μπουρζουάδες». Ο κλέφτης θέλει να εκδικηθεί τους «μπουρζουάδες». Ο κλέφτης δεν μπορεί να πλησιάσει τους ανθρώπους του χρήματος. Μοιραία χτυπάει σπίτια μικρομεσαίων βιοπαλαιστών τους οποίους θεωρεί «μπουρζουάδες». Και μόνο η ύπαρξη βιβλιοθήκης στο σπίτι είναι για τον κλέφτη ξεκάθαρη «μπουρζουάδικη» απόδειξη. Ο βιοπαλαιστής έχει δίκιο που μισεί τον κλέφτη. Οι βιοπαλαιστές και οι κλέφτες αλληλοσπαράσσονται μέχρι θανάτου. Οι άνθρωποι του χρήματος παρακολουθούν τον αλληλοσπαραγμό τους ανέπαφοι. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρο παιχνίδι ιδιοκτησίας από το οποίο όμως απουσιάζουν οι αληθινοί ιδιοκτήτες. Ο λαός λέει ότι κανείς δεν γίνεται ζάμπλουτος με τον τίμιο ιδρώτα του. Όταν λέμε ανθρώπους του χρήματος εννοούμε τους ελάχιστους ανθρώπους που λυμαίνονται τον εθνικό ή τον παγκόσμιο πλούτο. Που διαπλέκονται ανάμεσα σε ακατανόητες χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, ΜΜΕ και πολιτικές διευκολύνσεις. Που συντηρούν ένα στρατό από μπράβους. Ο καθημερινός βιοπαλαιστής νιώθει απροστάτευτος από την αστυνομία. Ο καθημερινός βιοπαλαιστής αρχίζει σιγά – σιγά να θεωρεί ότι δεν είναι κακό να έχει ένα όπλο στο σπίτι του. Ακούστηκαν ειδήσεις ακόμα και για περίπολα πολιτοφυλακής σε γειτονιές της Αθήνας. Ο καθημερινός βιοπαλαιστής συνδέει το έγκλημα με τους μετανάστες. Σταδιακά γίνεται όλο και πιο πρόθυμος να ασπαστεί εθνικιστικά ιδεολογήματα. Ο καθημερινός βιοπαλαιστής βιώνει επώδυνα την αδιάκοπη έκθεσή του στο έγκλημα. Πολλές φορές φοβάται να βγει από το σπίτι του. Οι πολιτικοί παγκοσμίως δεν απορούν καθόλου γιατί υπάρχει έξαρση της εγκληματικότητας. Οι πολιτικοί παγκοσμίως προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το έγκλημα προσλαμβάνοντας όλο και περισσότερους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί ποτέ δεν επαρκούν. Οι αστυνομικοί προστατεύουν τη νομιμότητα. Η νομιμότητα στρέφεται ενάντια σε οτιδήποτε καταπατά τις νόμιμες πολιτικές αποφάσεις. Οι άνθρωποι του χρήματος στηρίζονται – συνήθως – σε νόμιμες πολιτικές αποφάσεις. Η εκμηδένιση των εργασιακών δικαιωμάτων, η εγκληματική καταστροφή του περιβάλλοντος, ο οικονομικό – χρηματιστηριακός γκανγκστερισμός κτλ στηρίζονται – συνήθως – σε νόμιμες πολιτικές αποφάσεις. Κάθε δυναμική αντιπαράθεση απέναντι σ’ αυτά είναι – συνήθως – έξω από τη νομιμότητα. Τα όρια και τα κίνητρα αυτών των αντιπαραθέσεων ο καθένας τα ερμηνεύει διαφορετικά. Αυτή η διαφορετικότητα στην ερμηνεία δεν είναι παρά η υποκειμενικότητα του δικαίου (από την ηθική κι όχι τη νομική του υπόσταση). Η υποκειμενικότητα του ηθικού δικαίου δεν νομιμοποιεί την κατάλυση του νόμου. Ο κλέφτης, αν και στερείται οποιουδήποτε κοινωνικού οράματος, θέλει να διεκδικήσει το δικό του ηθικό δίκαιο.
Το ηθικό δίκαιο που διεκδικεί ο κλέφτης, δεν έχει καμία σχέση με το ηθικό δίκαιο που διεκδικεί ο εργαζόμενος ή ο άνεργος. Η αστυνομία, εφόσον καταλύεται ο νόμος, δεν κάνει διακρίσεις στο ηθικό δίκαιο του καθενός. Ο κλέφτης νομιμοποιεί τη διαρκή ενίσχυση της αστυνομίας. Ο κλέφτης νομιμοποιεί τα μέτρα καταστολής του συστήματος. Ο εργαζόμενος και ο άνεργος έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τα μέτρα καταστολής του συστήματος. Ο κλέφτης είναι ο ψιλικατζής του εγκλήματος. Το οργανωμένο έγκλημα δεν έχει καμία σχέση με τον κλέφτη. Το οργανωμένο έγκλημα ασχολείται με μεγάλες δουλειές. Τα ναρκωτικά, η πορνεία, το παράνομο εμπόριο όπλων και το μεταναστευτικό δουλεμπόριο γνωρίζουν τζίρους χωρίς προηγούμενο. Το σύστημα στηρίζεται στο κέρδος. Το κέρδος είναι η καρδιά του συστήματος. Η παγκόσμια αστυνομία προσπαθεί δεκαετίες την εξάρθρωση των εμπόρων ναρκωτικών χωρίς αποτέλεσμα. Ο καθημερινός άνθρωπος αισθάνεται ότι πρέπει ο ίδιος να προστατέψει το παιδί του. Ο καθημερινός άνθρωπος είναι μετέωρος ανάμεσα στη νομιμότητα και το έγκλημα. Νιώθει οργή. Η οργή δεν είναι παρά ο καθρέφτης της σύγχυσης ενός συστήματος που ευαγγελίζεται τη νομιμότητα και ταυτόχρονα καθιστά την παρανομία ασύλληπτα κερδοφόρα.