Οι περισσότεροι που νοσταλγούν την δραχμή δεν το κάνουν γιατί πιστεύουν στην αξία της ως νόμισμα, αλλά γιατί την έχουν συνδέσει με μια εποχή που η Ελλάδα ζούσε κυριολεκτικά με δανεικά. Το ευρώ, λίγο-πολύ, συνδέθηκε με την αμέσως επόμενη περίοδο, που είναι η αποπληρωμή του χρέους.
Κατά τα άλλα, αν κάνει κανείς έρευνα για την αξία προϊόντων στην Αμερική, που έχει σταθερό νόμισμα από την εποχή ίδρυσής της, θα παρατηρησεί μια πληθωριστική απαξίωση της αξίας του δολλαρίου στην εγχώρια αγορά. Είναι ο βασικός λόγος που όταν γίνεται μελέτη βιωτικού επιπέδου σε βάθος χρόνου, το εισόδημα των ανθρώπων μετατρέπεται σε ισοδύναμο σημερινό εισόδημα ή γίνεται μια βάση αναφοράς στο τι αγοραστική αξία είχε εκείνη την εποχή και δεν συγκρίνεται απλώς ως απόλυτο νούμερο.
Διότι, οι 300 δραχμές δεν έχουν καμία αξία, αν δεν μπορείς να αγοράσεις κάτι με αυτές. Αντιστοίχως, ένα πακέτο τσιγάρα αξίας 300 δραχμών δεν λέει κάτι από μόνο του, αν δεν συνδεθεί με κάποιο πιο ουσιαστικό μέγεθος, όπως η ωριαία αμοιβή της εργασίας. Ενδεικτικά μόνο, 1 δραχμή τον Νοέμβριο του 1944 αντιστοιχούσε σε περισσότερες από 30.000 δραχμές τον Ιανουάριο του ίδιου έτους. Μέσα σε λιγότερο από 1 χρόνο η δραχμή έχασε πάνω από 99.99% της αξίας της. Αν θεωρήσουμε ότι ένα πακέτο τσιγάρα κόστιζε 300 δραχμές τον Ιανουάριο του 1944, τότε μέχρι τον Νοέμβριο είχε φτάσει στο δυσθεώρητο ύψος των 1.000.000 δραχμών, δηλαδή 29.000 περίπου ευρώ (αναλογία 341:1).
Αναπολεί κανείς ξαφνικά αυτήν την ένδοξη εποχή της δραχμής?