Λοιπόν, να πω δυο λογάκια για την εθνική μας, λίγα μόλις λεπτά πριν το πρώτο τζάμπολ.
Πρώτον: Δεν έχει νόημα να μιλάμε για παίκτες μεμονωμένα, αλλά για σχήματα. Δηλαδή διαφορετικοί είναι οι στόχοι του παινχιδιού σε ένα oversized σχήμα με 4 ψηλούς, και διαφορετική η προσέγγιση με ένα νορμάλ σχήμα, με 2 γκαρντ κλπ. Και διαφορετικά ένας παίκτης αποδίδει σε δύο διαφορετικά σχήματα…
Δεύτερον: Η εθνική ανέκαθεν στηριζόταν ανέκαθεν και στηρίζεται στην άμυνα. Μην μπερδεύεστε από το κακό θέαμα: Η ομάδα μας δύσκολα θα βάζει πάνω από 75 πόντους στα μεγάλα ματς, και ίσως δύσκολα πάνω από 80 στα λεγόμενα εύκολα. Ίσως να μην έχουμε τους καλύτερους επιθετικούς παίκτες, έχουμε όμως τους καλύτερους αμυντικούς παίκτες, ενώ και η ομαδική λειτουργία της άμυνάς μας είναι από τις πιο υποδειγματικές στο τουρνουά. Έτσι, πιθανόν να βλέπετε τους Ισπανούς (για παράδειγμα) να τα βάζουν από παντού με άλλους αντιπάλους, στα μεταξύ μας όμως παιχνίδι θα υπάρχει νευρικότητα, πολύ διαφορετικός ρυθμός και διαφορετικό θέαμα επίσης, ακριβώς λόγω της σκληροτράχηλης αμυντικής λειτουργίας της ομάδας μας.
Είμαστε αμυντικός λαός, και μην περιμένετε ποτέ η εθνική να παίζει σαν τους Ισπανούς ή τους Σέρβους. Κάθε χώρα αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά της φυλής της στο παρκέ, είτε το άθλημα λέγεται μπάσκετ είτε ποδόσφαιρο. Οι Ισπανοί ή οι Γιουγκοσλάβοι ήταν ανέκαθεν πιο ντελικάτοι και θεαματικοί από τους δικούς μας, αυτό όμως (στην περίπτωση των Ισπανών ειδικά) δεν συνεπάγεται ότι επειδή ξέρουν τα βασικά του μπάσκετ καλύτερα, έχουν το πείσμα και το πάθος για τη νίκη των δικών μας. Γι’ αυτό και θυμόμαστε τους Ισπανούς να χάνουν από εμάς συνεχώς την δεκαετία του ’90, και έως τον τελικό του Μουντομπάσκετ του 2006 (όπου είχαμε κατέβει ως φαβορί, θυμίζω). Στην περίπτωση των Σέρβων τώρα, όταν οι Σέρβοι βρίσκονται όλοι μαζί, παίζουν και πολύ ψυχωμένα, εκτός φυσικά από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο που διαθέτουν, γι’ αυτό και είναι πολύ δύσκολο να τους κερδίσουμε (μεμονωμένα, στις ομάδες τους, δεν παίζουν συνήθως άμυνα, παρά ξεδιπλώνουν το επιθετικό τους ταλέντο, σε αντίθεση με την εθνική τους όπου συμβαίνουν και τα δύο).
Στην περίπτωση της ομάδας μας, δεν υπάρχει ο μεγάλος σκόρερ που θα τα βάζει από τα 9 μέτρα (όπως οι Σέρβοι έχουν τους Μπογκτάνοβιτς, Μπιέλιτσα), οι έλληνες παίκτες όμως έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαβάσουν σωστά την αντίπαλη άμυνα (όταν και το σχήμα είναι σωστό), και σε συνεργασία να βγάλουν το ελεύθερο σουτ, ή να παίξουν σωστά το πικ εν ρολ. Έτσι, ανάλογα τις περιστάσεις, διαφορετικός παίκτης θα είναι κάθε φορά αυτός που θα αναλάβει βάλει την μπάλα στο καλάθι στις κρίσιμες στιγμές, δεδομένου ότι έχουμε την τύχη να έχουμε στη σύνθεσή μας έναν από τους καλύτερους ευρωπαίους πασέρ όλων των εποχών (προσωπικά μόνο ο Ντράζεν Πέτροβιτς και ο Βάλντις Βάλτερς θυμάμαι να είναι καλύτεροι του Καλάθη στο θέμα οργάνωση του παιχνιδιού, διάβασμα άμυνας και πάσα).
Τρίτον: Το σχήμα με τα 3 φόργουορντ αποδίδει καλύτερα όταν η ομάδα τρέχει, και δεν έχει νόημα να παιχτεί όταν λείπει ο Γιάννης. Ο Γιάννης, όταν πάρει το ρημπάουντ μπορεί να τρέξει όλο το γήπεδο σαν κοντός και να φτάσει στην τελική προσπάθεια (συνήθως κάρφωμα). Σε αυτή την περίπτωση μόνο με φάουλ σταματιέται (και αν τον προλάβεις). Εικάζω επομένως, ότι ο εκάστοτε αντίπαλος θα προσπαθήσει να τον πιέσει στην πρώτη ντρίμπλα, αν πάρει το ρημπάουντ. Ωστόσο, δεν είναι μόνο ο Γιάννης που είναι ασυναγώνιστος στο transition, είναι και ο Καλάθης, ο οποίος είναι πολύ γρήγορος και διορατικός, και μπορεί να πασάρει σε έναν από τους Γιάννη, Παπανικολάου, Παπαπέτρου στον αιφνιδιασμό.
Στο κοντρόλ παιχνίδι, ωστόσο, υπάρχει πρόβλημα. Το σχήμα με τους 3 ψηλούς δεν αποδίδει σε αυτή την περίπτωση. Οι παίκτες είναι στατικοί, όλοι πέφτουν πάνω στον Γιάννη, ο οποίος χρειάζεται ακόμη δουλειά για να βρίσκει την weak side και το ελεύθερο σουτ (αν και οι υπόλοιποι, πλην Παπανικολάου, είναι στατικοί και δεν βοηθάνε για να γίνει αυτό ευκολότερα).
Τέταρτον: Αυτό (το πρόβλημα δηλαδή της οργανωμένης επίθεσης), οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον Μπουρούση, με τον οποίον υπάρχει πρόβλημα και στις δύο πλευρές του γηπέδου. Στην άμυνα, έχει αργά πόδια, και όταν βγαίνει να κάνει το hedge out, αργεί να επιστρέψει. Εν μέρει το πρόβλημα αυτό το καλύπτει ο Γιάννης, ο οποίος γίνεται ‘5’ σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν ξέρω όμως κατά πόσο, με μεγάλους αντιπάλους, αυτό θα γίνεται χωρίς να μας κοστίσει. Όταν μπαίνει ο πιο γρήγορος Παπαγιάννης, τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται. Στην επίθεση, τα αργά πόδια του Μπουρούση, είναι πάλι πρόβλημα. Δεν μπορεί να παίξει πικ εν ρολ, με αποτέλεσμα όταν (και αν) κάνει σκρην, να στέκεται στη συνέχεια στην κορυφή της ρακέτας για τρίποντο, αντί να ρολάρει στο ζωγραφιστό…Τα αποτελέσματα τα έχουμε δει όταν συμβαίνει αυτό: Αν δεν σουτάρει τρίποντο, η ομάδα βρίσκεται να είναι στατική και μένει συνήθως η μπάλα στα χέρια του Καλάθη να επιχειρήσει το σουτ απελπισίας…Φυσικά, στο παιχνίδι με πλάτη είναι πάρα πολύ καλός, και από τα λίγα πεντάρια σήμερα που μπορούν να το κάνουν τόσο καλά, φορτώνοντας με πόντους το αντίπαλο καλάθι, γι’ αυτό άλλωστε και βρίσκεται ακόμη στην βασική δωδεκάδα…Σε γενικές γραμμές όμως, πιο πολύ χαμένοι παρά κερδισμένοι βγαίνουμε από την χρησιμοποίησή του. Παρατηρήστε πόσο καλύτερα λειτουργεί άμυνα και επίθεση, εν τη απουσία του.
Πέμπτον: Το σχήμα με τα 3 φόργουορντ δεν έχει νόημα όταν λείπει ο Γιάννης. Ο Πρίντεζης είναι μεν γρήγορος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κάνει αυτό που κάνει ο Γιάννης, από την μία ρακέτα στην άλλη. Γι’ αυτό και συνήθως, όταν μπαίνει ο Πρίντεζης, και βγαίνει ο Γιάννης, αλλάζει και ένας εκ των Παπανικολάου, Παπαπέτρου, για να μπει ο Λαρεντζάκης, ώστε να παίξουμε με ένα πιο ορθολογικό σχήμα. Προσωπικά, το σχήμα με δύο γκαρντ το προτιμώ σε κάθε περίπτωση, με ή χωρίς τον Γιάννη μέσα, διότι ο Λαρεντζάκης είναι πιεστικός στην άμυνα, και κλέβει πολλές μπάλες φεύγοντας στον αιφνιδιασμό, όπου εκεί είναι πολύ καλός στο τελείωμα. Συν του ότι είναι μια αξιόπιστη λύση στο τρίποντο, όταν βρεθεί μόνος του.
Έκτον: Ακόμη καλύτερο σχήμα είναι αυτό με τα τρία γκαρντ, όπως είδαμε να δοκιμάζεται στο ματς με την Βενεζουέλα, όπου έπαιξαν μαζί Μάντζαρης, Κόνιαρης, Λαρεντζάκης για αρκετό διάστημα. Δυστυχώς, ο Σκουρτόπουλος επέλεξε (ή υποχρεώθηκε) να πάρει μόνο 4 γκαρντ, και όχι 5. Δεδομένου ότι θα χρειαζόμαστε φρέσκο τον Καλάθη στα δύσκολα, και του τραυματισμού του Σλούκα, αλλά και του γεγονότους ότι με Μάντζαρη χαμηλώνει το τέμπο του παιχνιδιού, ήταν έγκλημα που δεν πήραμε και τον γρηγορότερο Κόνιαρη. Ο δε Σλούκας, αποδίδει καλύτερα όταν παίζει στο 2, και όχι όταν παίζει στον άσσο. Στην ουσία επομένως, είμαστε με μόνο έναν γρήγορο πλέη μέηκερ (λιγοστεύουν δηλαδή οι πιθανότητες να αλλάξουμε πολλές φορές τον ρυθμό του παιχνιδιού), ενώ οι πιθανότητες να παίζουμε για μεγάλα διαστήματα με τρία γκαρντ (σχήμα ευέλικτο, που παραδοσιακά αποδίδει για την εθνική μας) λιγοστεύουν επίσης.
Νομίζω πως κανονικά ο Θ. Αντετοκούμπο δεν θα έπρεπε να είναι στην δωδεκάδα, ώστε να πάμε με 5 γκαρντ, και εικάζω πως ίσως επιβλήθηκε στον Σκουρτόπουλο από τον Γιάννη. Ναι μεν ο Βασιλόπουλος έχει αργά πόδια, αλλά είναι πολύ πιο αξιόπιστος στο σουτ, όταν βρεθεί μόνος του, και πολύ πιο έμπειρος, ενώ και χημεία με τους υπόλοιπους έχει καλύτερη. Δηλαδή, θεωρώ πως έπρεπε να πάρουμε 5 γκαρντ στην δωδεκάδα, και μεταξύ των Βασιλόπουλου, και Θ. Αντετοκούμπο, να επιλεγεί ο πρώτος, για την δωδεκάδα (οι υπόλοιποι, ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να είναι εκτός).
Έβδομον: Παρατηρούμε ότι Παπαγιάννης και Γιάννης Αντετοκούμπο δεν παίζουν ποτέ στην πεντάδα, και λογικό είναι αυτό. Ο Παπαγιάννης είναι κανονικό πεντάρι, και σκεπάζει το καλάθι, είναι πολύ γρήγορος για το ύψος του, και δεν απαιτείται να παίζει ο Γιάννης στο 5 στην άμυνα, όπως γίνεται όταν είναι μέσα ο Μπουρούσης. Γενικώς, είναι η μεγάλη ευκαιρία του Παπαγιάννη στο τουρνουά να αποδείξει ότι είναι ένα παιδί με μεγάλες δυνατότητες, και η μεγάλη ευκαιρία της εθνικής να τον αξιοποιήσει περισσότερο…