Το να βγεις στην Πατησίων μετά τις 12 τα μεσάνυχτα με ροζ μαλλί, κοντή φούστα και eyeliner σημαίνει αυτομάτως για μερικούς ότι κάνεις πιάτσα. Έτσι λοιπόν, όσο περίμενα κολλημένη στον σομόν τοίχο ενός κτηρίου, πέρασε η κλασσική αντροπαρέα που ξεκίνησε να με ρωτάει τι κάνω/ ποια είμαι/ «καλησπέρα όμορφη»/ «έλα μαζί μας, θα περάσουμε τέλεια». Πάγωσα και ένιωσα ταυτόχρονα κιλά ντροπής και ενοχής, σκεπτόμενη ότι θα ήταν υπέροχα αν μπορούσα να γίνω ένα με το χρώμα του τοίχου πίσω μου και να εξαφανιστώ. Όσο οι τύποι επέμεναν να ρωτούν και εγώ να μην απαντάω, από φόβο πως ότι και αν έλεγα θα έκανε την κατάσταση χειρότερη, συνειδητοποίησα ότι μετά από έναν χρόνο και τρεις μήνες στην παρδαλή ζούγκλα της Αθήνας, ακόμη δεν νιώθω καθόλου ασφαλής.