Μάλιστα, θα προσπαθήσω να τα γράψω πάλι όσο πιο αποστασιοποιημένα και αντιικειμενικά γίνεται, για έναν τρίτο που θα τα διαβάζει στο μέλλον και ίσως τα βρει χρήσιμα. Δεν έχω αυταπάτες, ξέρω πως εσάς δεν πρόκειται να σας αλλάξω γνώμη.
Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το βιολογικό φύλο (sex) και το κοινωνικό φύλο (gender) είναι δύο διακριτές έννοιες με τεράστια σημασία στις επιστήμες της βιολογίας, της ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας. Όταν μιλάμε για βιολογικό φύλο, εννοούμε κυρίως τα χρωμοσώματα (π.χ. XX, XY, αλλά και παραλλαγές όπως XXY ή X), την ανατομία (εσωτερικά και εξωτερικά γεννητικά όργανα) και τις ορμόνες. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν καθαρά αρσενικά ή θηλυκά χαρακτηριστικά, αλλά δεν είναι καθόλου αληθές ότι όλοι ταιριάζουν απόλυτα σε αυτόν τον διαχωρισμό. Υπάρχει ήδη επίσημη καταγραφή και ορολογία για τις Διαφορές στην Ανάπτυξη του Φύλου (DSD), γνωστές και ως intersex, οι οποίες δεν αποτελούν μια απειροελάχιστη «ανωμαλία», αλλά ένα κομμάτι της φυσικής βιολογικής ποικιλομορφίας των ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, πολλές έρευνες (π.χ. της Anne Fausto-Sterling) δείχνουν ότι το 1,7% του παγκόσμιου πληθυσμού μπορεί να έχει κάποια intersex χαρακτηριστικά, ποσοστό που δεν είναι αμελητέο (μιλάμε για 130.000.000+ ανθρώπους παγκοσμίως).
Διαφορετικό από το βιολογικό φύλο, ωστόσο, είναι το κοινωνικό φύλο, δηλαδή οι ρόλοι και οι προσδοκίες που χτίζονται γύρω από το τι σημαίνει να είσαι άντρας ή γυναίκα σε μια δεδομένη κοινωνία, καθώς και το πώς αυτοπροσδιορίζεται ένας άνθρωπος μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Εδώ μπαίνουν στις συζητήσεις μας οι όροι transgender, non-binary, agender, genderfluid και λοιποί, που δεν είναι εφευρήματα της «woke κουλτούρας», όπως καμιά φορά λένε, αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένες ταυτότητες οι οποίες έχουν καταγραφεί εδώ και δεκαετίες σε διάφορες κουλτούρες. Η ανθρωπολογία, για παράδειγμα, αναδεικνύει περιπτώσεις τρίτων φύλων από αρχαίους πολιτισμούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Σήμερα, πολλοί διακεκριμένοι οργανισμοί, όπως η American Psychological Association και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αναγνωρίζουν ότι η ταυτότητα φύλου μπορεί να μην περιορίζεται απόλυτα σε ένα αυστηρό δίπολο.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι πως η φύση εμφανίζει ποικιλομορφία, τόσο σε βιολογικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό. Δεν καταρρίπτουμε το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ανήκουν σε σαφείς κατηγορίες «αρσενικού» ή «θηλυκού», ούτε ότι υπάρχουν κοινωνικά στερεότυπα για το πώς «πρέπει» να συμπεριφέρονται οι γυναίκες και οι άντρες. Αυτό που θέλουμε να αναδείξουμε είναι ότι υπάρχει ένα κομμάτι του πληθυσμού που βιολογικά ή/και κοινωνικά δεν ταιριάζει στο στενό καλούπι και δεν είναι δίκαιο να το περιθωριοποιούμε ή να το απορρίπτουμε ως «αφανές» ή «ανύπαρκτο» ή «ανώμαλο». Σχετικά με το αν πρέπει κάποιος να αλλάζει νομικά στοιχεία για το φύλο του, οι περισσότερες ιατρικές ενώσεις επισημαίνουν ότι μιλάμε για μια διαδικασία λεπτή και υπεύθυνη, η οποία απαιτεί αξιολόγηση από ειδικούς και ψυχολογική υποστήριξη. Δεν είναι ότι ξυπνάει κάποιος ξαφνικά και δηλώνει «αεροπλάνο» ή «σκύλος», όπως συχνά παρουσιάζεται με ειρωνικό ύφος για να απαξιωθεί το όλο ζήτημα. Για όσους και όσες έχουν όντως ανάγκη να αναγνωριστεί κοινωνικά και νομικά η ταυτότητα φύλου τους (όταν αυτή δεν ταιριάζει με το βιολογικό τους φύλο), υπάρχει μια ολόκληρη ιατρική, νομική και ψυχολογική διαδικασία πίσω από αυτό, αναγνωρισμένη πλέον σε πολλά κράτη.
Το κλειδί στη συζήτηση είναι να καταλάβουμε πως οι εξαιρέσεις ή οι μειοψηφίες δεν είναι «ανύπαρκτες», ούτε «μη φυσιολογικές» με την παθολογική έννοια. Μπορεί στατιστικά το 1,7% (ή ακόμα και κάτι λιγότερο) να θεωρείται μειοψηφία, όμως το να το αγνοήσουμε ή να το βάλουμε στο περιθώριο είναι αντίθετο στις θεμελιώδεις αρχές του σεβασμού, της ακριβούς επιστημονικής γνώσης και της συμπερίληψης. Επιπλέον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο σεβασμός της αυτοδιάθεσης και της αξιοπρέπειας δεν βασίζονται σε αριθμητικές πλειοψηφίες, αλλά στην αναγνώριση κάθε μοναδικού ατόμου. Αν δούμε, λοιπόν, την πιο πρόσφατη βιβλιογραφία (π.χ. εκθέσεις της American Psychological Association, πορίσματα της Endocrine Society για τα τρανς άτομα, ερευνητικά δεδομένα στο Journal of Sexual Medicine ή στο Archives of Sexual Behavior), θα διαπιστώσουμε ότι η επιστήμη έχει προχωρήσει αρκετά και δεν μένει πια κολλημένη στις απλοϊκές διχοτομίες του παρελθόντος. Επομένως, αυτό που προσπαθούμε να υποστηρίξουμε δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν άντρες ή γυναίκες» ή ότι «είμαστε όλοι μπερδεμένοι». Το νόημα είναι να αναγνωρίσουμε πως το βιολογικό φύλο (sex) παρουσιάζει φυσικές παραλλαγές (DSD/intersex) και πως το κοινωνικό φύλο (gender), που περιλαμβάνει την ταυτότητα και την έκφραση, δεν είναι πάντα απόλυτα συμβατό με ένα απλό δίπολο. Η αποδοχή και ο σεβασμός απέναντι στη διαφορετικότητα, σε συνδυασμό με τη στήριξη που οφείλει μια σύγχρονη κοινωνία να παρέχει στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσφορία φύλου ή ανήκουν στις μειοψηφικές αυτές κατηγορίες, οδηγεί σε πολύ πιο υγιείς, χαρούμενους και ολοκληρωμένους πολίτες. Δεν χάνουμε τίποτε εμείς από αυτό. Αντιθέτως, καλλιεργείται μια κοινωνία όπου όλοι μπορούν να ζουν αυθεντικά, δίχως φόβο, αβεβαιότητα ή στιγματισμό.
Αν μερικοί αρνούνται ή επιμένουν να μπερδεύουν το ζήτημα με ανυπόστατα παραδείγματα, καλό είναι να τους προβάλλουμε τα επιστημονικά δεδομένα με ψυχραιμία και σαφήνεια. Αν βλέπουμε πως τα επιχειρήματά μας δεν εισακούονται επειδή ο άλλος δεν επιθυμεί πραγματικά να κατανοήσει, είναι πιθανώς προτιμότερο να σταματήσουμε να αναλωνόμαστε σε ατελείωτους καβγάδες. Ο βασικός λόγος που έχει νόημα να παραθέτουμε ακλόνητα και επιστημονικά επιχειρήματα είναι να ενημερώνεται σωστά ένας τρίτος που μπορεί να αναζητά την αλήθεια μέσα σε έναν ωκεανό παραπληροφόρησης. Με ψύχραιμο, ανθρώπινο και εμπεριστατωμένο λόγο μπορούμε να δείξουμε ότι η ποικιλομορφία αποτελεί γεγονός, όχι άποψη. Και αυτό, στο τέλος της ημέρας, ωφελεί ολόκληρη την κοινωνία.