Τάση υπέρ της θανατικής καταδίκης
Το ερώτημα αν η εκτέλεση ενός κρατουμένου αποτρέπει τον φόνο, πυροδοτεί νέα διαμάχη στις ΗΠΑ μεταξύ νομικών και οικονομολόγων
Reuters
Το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον η θανατική ποινή αποτρέπει τον φόνο επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, πυροδοτώντας νέα δημόσια συζήτηση με τη συμμετοχή νομικών και οικονομολόγων.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα νέων μελετών, πάντως, οι εκτελέσεις όσων καταδικάστηκαν για φόνο σώζουν ζωές. Από στατιστικής άποψης, μάλιστα, φαίνεται ότι η εκτέλεση ενός κρατουμένου αποτρέπει τρεις έως και δεκαοκτώ δολοφονίες. Αρκετές μελέτες δε υποστηρίζουν ότι το αποτέλεσμα είναι πιο εντυπωσιακό σε πολιτείες των ΗΠΑ, όπου οι καταδικασμένοι για φόνο εκτελούνται με μεγάλη συχνότητα και σχετικά γρήγορα. Πρόκειται για μελέτες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια από διακεκριμένους οικονομολόγους, οι οποίοι συνέκριναν τον αριθμό των εκτελέσεων με την αναλογία των φόνων ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. «Διαφωνώ με τη θανατική ποινή, πλην όμως η έρευνα που διεξήγαγα καθιστά σαφές ότι οι εκτελέσεις λειτουργούν αποτρεπτικά», λέει η καθηγήτρια Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Λουϊζιάνα, Νέισι Μόκαν.
Απορρίπτουν οι νομικοί
Στον αντίποδα, ωστόσο, οι νομικοί απορρίπτουν τις μελέτες των οικονομολόγων, υποστηρίζοντας ότι οι θεωρίες τους δεν μπορούν να εφαρμοστούν στο βίαιο κόσμο του εγκλήματος και της τιμωρίας. «Η θανατική ποινή εφαρμόζεται τόσο σπάνια με συνέπεια ο αριθμός των δολοφονιών, οι οποίες απετράπησαν, να μην μπορεί να αποσυνδεθεί από τις μεγάλες αλλαγές που παρατηρούνται κάθε χρόνο στην αναλογία των δολοφονιών από άλλα αίτια», απαντάει ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου του Γέιλ, Τζον Ντόναχιου. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, Τζάστιν Γούλφερς δηλώνει ότι τα στοιχεία υπέρ της αποτρεπτικής λειτουργίας της θανατικής καταδίκης είναι «εξαιρετικά εύθραυστα».
Από την πλευρά του, πάντως, ο βραβευμένος με Νομπέλ οικονομολόγος, Γκάρι Μπέκερ, θεωρεί ότι τα στοιχεία των πρόσφατων μελετών είναι «κάθε άλλο παρά καθοριστικά και αδιαμφισβήτητα». Ο ίδιος, όμως, παραδέχεται πως το γεγονός ότι τα στοιχεία προέρχονται από μελέτες που διεξήχθησαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα αρκούν για να τον πείσουν ότι «η θανατική ποινή λειτουργεί αποτρεπτικά και αξίζει να εφαρμόζεται στα χειρότερα των κακουργημάτων».
Η δημόσια αυτή συζήτηση, που απέσπασε την προσοχή των ειδικών προ διετίας, αναβιώνει την αντίστοιχη της δεκαετίας του ʼ70, όταν οι πρώτες μελέτες περί αποτρεπτικής λειτουργίας της θανατικής ποινής είχαν απαξιωθεί ως αναξιόπιστες.
Παρά ταύτα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι «η θανατική καταδίκη έχει αποτρεπτική λειτουργία» και το 1976 αποφάσισε να βάλει τέλος στο τετραετές μορατόριουμ στις εκτελέσεις κρατουμένων. Σήμερα, το Ανώτατο Δικαστήριο φέρεται να έχει επιβάλει ένα ακόμα μορατόριουμ στις εκτελέσεις κρατουμένων, καθώς εξετάζει τη συνταγματικότητα των θανατηφόρων ενέσεων. Η απόφαση θα ληφθεί εντός του 2008 και όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι οι μελέτες των ειδικών δεν θα επηρεάσουν την κρίση των δικαστών.
Ανεξαρτήτως της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, οι μελέτες έχουν ήδη αλλάξει τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη θανατική καταδίκη και επιπλέον ασκούν επιρροή σε διακεκριμένους ακαδημαϊκούς. «Τα στοιχεία υπέρ της αποτρεπτικής λειτουργίας της θανατικής ποινής μοιάζουν πειστικά, γεγονός που θολώνει το τοπίο όσον αφορά την ηθική υπόσταση του ζητήματος», λέει ο γνωστός για τις φιλελεύθερές του απόψεις καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Κας Σάνσταϊν.
«Ημουν ανέκαθεν κατά της θανατικής ποινής, αλλά πρόσφατα σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι δικαιολογημένη αν και εφόσον λειτουργεί αποτρεπτικά», εξηγεί ο ίδιος. «Η θανατική καταδίκη μπορεί να σώζει ζωές», τονίζεται σε μελέτη που υπογράφει ο κ. Σάνσταϊν και ο καθηγητής Νομικής του Χάρβαρντ, Αντριαν Βερμούλ. «Οσοι αντιτίθενται στη θανατική ποινή στο όνομα της προστασίας της ανθρώπινης ζωής οφείλουν να συμβιβαστούν με την πιθανότητα που θέλει την αποτυχία της επιβολής της θανατικής καταδίκης να συνεπάγεται αποτυχία της προστασίας της ανθρώπινης ζωής», υπογραμμίζουν οι δύο έγκριτοι νομικοί.
Οι συμμετέχοντες στη δημόσια συζήτηση για τη θανατική καταδίκη αντιλαμβάνονται την κατάσταση υπό το πρίσμα της ειδικότητάς τους. Για τους οικονομολόγους είναι προφανές ότι όταν το κόστος μιας δραστηριότητας αυξάνεται, αυτή μειώνεται. Στην πλειοψηφία τους, λοιπόν, οι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι όταν η πιθανότητα της εκτέλεσης του δράστη αυξάνεται, νομοτελειακά μειώνονται οι φόνοι.
Πολλοί, ωστόσο, πιστεύουν ότι οι επίδοξοι δολοφόνοι δεν είναι σε θέση να υπολογίσουν με καθαρό μυαλό τις συνέπειες της πράξης τους. Παράλληλα, η πιθανότητα να συλληφθούν, να καταδικαστούν και να εκτελεστούν φαντάζουν και είναι απειροελάχιστες. Μόλις μια στις τριακόσιες δίκες για υποθέσεις δολοφονίας καταλήγουν, με το δικαστήριο να καταδικάζει τον κατηγορούμενο σε θάνατο.
Υπέρογκο κόστος
«Ειλικρινά πιστεύω ότι η συγκεκριμένη συζήτηση αποσπά την προσοχή του κοινού από σοβαρότερα ζητήματα», λέει ο κ. Γούλφερς. «Την ίδια στιγμή δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι το κόστος της εκτέλεσης ενός κρατουμένου είναι πλέον μεγάλο και ίσως θα ήταν προτιμότερο να αξιοποιούσαμε αυτά τα χρήματα για την καλύτερη αστυνόμευση», συμπληρώνει ο ίδιος. Το κόστος μιας και μόνο εκτέλεσης κρατουμένου ανέρχεται σε 1 εκ. δολάρια. Σύμφωνα με τον κ. Γούλφερς η αξιοποίηση του παραπάνω ποσού για την αποτροπή του εγκλήματος θα αποτρέψει περισσότερους φόνους απʼ όσους οποιαδήποτε εκτέλεση κρατουμένου.
Διαφορετική είναι, ωστόσο, η άποψη της καθηγήτριας Σέπερντ του τμήματος Νομικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Εμορι. Ο τελευταίος θεωρεί ότι το θέμα δεν βρίσκεται στην αξιοπιστία των στοιχείων αναφορικά με τη σχέση μεταξύ του αριθμού των εκτελέσεων και αυτού των δολοφονιών.
«Η αποτροπή των δολοφονιών είναι ούτως ή άλλως αδύνατη σε μια χώρα όπου η θανατική ποινή εφαρμόζεται κατά τόπους και περιστασιακά», επισημαίνει η κα Σέπερντ. Η μελέτη της τελευταίας υποστηρίζει ότι η θανατική ποινή είχε αποτρεπτικά αποτελέσματα μόνο στις πολιτείες όπου εκτελέστηκαν περισσότεροι από εννέα κατάδικοι από το 1977 μέχρι το 1996.
Μπορεί, τελικά, να αποδειχτεί αν η θανατική ποινή δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά; Ο κ. Γούλφερς υποστηρίζει πως ναι. «Αν μου επιτρέπατε να εξετάσω 1.000 εκτελέσεις και 1.000 απαλλαγές, αν μου επιτρεπόταν να το πράξω επιλέγοντας τις περιπτώσεις τυχαία, αλλά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο, τότε θα μπορούσα να σας δώσω την απάντηση».
Ο συνωστισμός στις φυλακές κοστίζει
Ο αριθμός των εγκλείστων στα σωφρονιστικά ιδρύματα των ΗΠΑ έχει οκταπλασιαστεί από το 1970, πλην όμως η αυστηρότητα των αρχών δεν είχε ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα στη μάχη κατά της εγκληματικότητας. Αντιθέτως, σύμφωνα με μελέτη του ιδρύματος εγκληματολογικών ερευνων JFA, η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού των αμερικανικών φυλακών έχει αρνητικό αντίκτυπο στην κοινωνία και φυσικά στην τσέπη του φορολογουμένου. Στη μελέτη αναφέρονται, μάλιστα, παραδείγματα ατόμων που εκτείουν ή καταδικάστηκαν να εκτίσουν μικρές ποινές κάθειρξης για «ασήμαντα» αδικήματα. Στα άτομα αυτά συγκαταλέγονται ο πρώην σύμβουλος του αντιπροέδρου Τσένι, Λούις «Σκούτερ» Λίμπι, και μια γυναίκα που καταδικάστηκε σε διετή ποινή κάθειρξης επειδή εκτόξευσε ένα ποτήρι καφέ εναντίον συναδέλφου της.
«Ο πρόεδρος Μπους ορθώς ακύρωσε την ποινή του κ. Λίμπι, πλην όμως όφειλε να πράξει το ίδιο για εκατοντάδες χιλιάδες Αμερικανούς πολίτες», τόνιζουν οι οκτώ εγκληματολόγοι που υπογράφουν τη μελέτη, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Δευτέρα. «Η σύγχρονη νομοθεσία των ΗΠΑ και το δικαστικό μας σύστημα επιδεινώνουν το πρόβλημα της εγκληματικότητας, καταστρέφουν άνευ λόγου τις ζωές εκατομμυρίων και δαπανούν ασκόπως δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο», υπογραμμίζουν οι ίδιοι. Σημειώνεται ότι την έρευνα χρηματοδότησαν το Ιδρυμα Ρόζενμπαουμ και το Ινστιτούτο για την Ανοικτή Κοινωνία του Τζορτζ Σόρος. Απαντώντας, πάντως, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ υποστήριξε ότι τα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για τη δραστική μείωση της εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια. «Η εγκληματικότητα στις ΗΠΑ βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριάντα ετών και αυτό οφείλεται σε σημαντικό ποσοστό στην αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας την τελευταία δεκαετία», επισημαίνεται στην ανακοίνωση - απάντηση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ.