Δραχμή, η χαμένη αξιοπιστία του Νεοελληνισμού
Στην πραγματικότητα, δηλαδή με όρους «πραγματικής οικονομίας», η Ελλάδα βρίσκεται πλέον κανονικότατα, υπό «καθεστώς εκκαθάρισης». Την εντολή την εκπέμπει η «ΟΝΕ», την απόφαση όμως την πήρε η ιστορία, από το 2001 ακόμη.
Η ιστορία, δεν θα ξεχάσει ποτέ της, την Δραχμή. Εκείνη ήταν, γιʼ αυτήν(την ιστορία) και πάντα με όρους «πραγματικής οικονομίας», ό,τι κάποιοι νόμιζαν ως Ελλάδα.
Η Δραχμή βασικά, ήταν πράγματι θυγατέρα της ιστορίας. Τη βάφτισε πρώτος ο Φαίδωνας της Αίγινας, αρχές του 7ου πΧ αιώνα. Και ήταν αρχικά σε αξία, ίση με όσους οβολούς χωρούσε μία χούφτα, μαζεμένη σε θέση γροθιάς. Πέντε έξι δηλαδή από εκείνους, που συνήθιζαν πρωτύτερα οι Έλληνες να ʽχουν για χρήμα. Όποιος Έλληνας είχε εξαιρετικά μεγάλη παλάμη, φυσικά, ήταν μη προνομιούχος. Η χούφτα του μπορεί να χωρούσε διπλάσιους οβολούς, αλλά και μʼ αυτούς, μία δραχμή θα έπαιρνε, αν ήθελε να είναι στην Αγορά «δραχμοσυντήρητος».
Οι οβολοί ήταν σιδερένιοι, ενώ η Δραχμή, από ατόφιο ασήμι. Η ένδοξη εκείνη περίοδό της όμως θα έληγε, ταυτόχρονα με το άδοξο πολιτικό τέλος των Ελλήνων και την υποταγή τους για δύο χιλιάδες χρόνια, στους Ρωμαίους και τους Οθωμανούς μαζί. Οι Έλληνες πλέον, χωρίς Δραχμή, θα χώριζαν τον κόσμο, σε δύο βασικές παρατάξεις. Σʼ εκείνους που θα τούς αντιμετώπιζαν βασικά, ως «γεννήματα του Σατανά»(«ειδωλολάτρες», «κρασοκανάτες», «παιδόφιλους», «έκφυλους», «άπιστους» κ.π) και στους άλλους, που θα τους θεωρούσαν συνήθως, ως «μόνους άξιους παρακοιμώμενους των παίδων»(δάσκαλοι, γυμναστές, γιατροί, κουλτουριάρηδες εποχής κ.π.). Χίλια χρόνια ακριβώς (146 πΧ-867 μ.Χ.) και κάτι χρειάστηκαν να περάσουν έτσι , μέχρι να βρει ξανά ο Ελληνισμός τον πολιτικό του αυτοκαθορισμό.
Θα χρειάζονταν άλλα τόσα χρόνια(867-1833), για να ξαναδεί η Δραχμή βιτρίνα Αγοράς και κάποιους, να την υπολογίσουν σαν νόμισμά τους. Πρώτα προνόησαν να ξεπαστρέψουν τύπους, σαν τον Ρήγα Φεραίο και τον Ιωάννη Καποδίστρια. Εκείνοι θα προτιμούσαν την Μνα(1Μνα=100 Δραχμές), αν όχι και το Τάλαντο, αρκεί να μην ήταν «από δάνεια των Άγγλων». Σε τούτα συμφωνούσε η γνώμη και των δύο, όταν διαφωνούσαν, ακόμη και με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, «για μία Ελλάδα, χωρίς την προστασία αλεπούδων». Η «αλεπουδιά» όμως, ως λαϊκή προκατάληψη για τη «διπλωματία των Κουτόφραγκων», καλλιεργήθηκε και ευδοκίμησε στη λαλιά των πληθυσμών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από τις αρχές ακόμη των Σταυροφοριών.
Ο Ελληνισμός, χάρη στην ιστορία αλλά και μία καλά προετοιμασμένη διαπλοκή θυγατέρων του, στα τότε «πολιτικά τεκταινόμενα» της Πόλης (και όχι μόνον!), με την εγκαθίδρυση της «Βʼ Μακεδονικής Δυναστείας», έδειξε να αφυπνίζεται, μέσα από μύθους ταφικούς.(συνεχίζεται)