Θεωρήσαμε λοιπόν τον ελεγχόμενο πληθωρισμό (αύξηση της προσφερόμενης ποσότητας των χρημάτων, κατά το παράδειγμα των Η.Π.Α., διατήρηση και κυρίως διάχυση στην αγορά των χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ), σαν μία λύση για να παραμείνει ενωμένη η Ε.Ε. και να βρεθεί ο απαραίτητος χρόνος εξομάλυνσης των σημαντικών εσωτερικών ανισορροπιών της - ταυτόχρονα βέβαια με την, ανταγωνιστικότερη εξαγωγικά, «πληθωριστική υποτίμηση» του νομίσματος της (εν όψει της τεκμηριωμένης πιθανότητας μίας συνεχόμενης, πολλαπλής Ύφεσης, μίας αλλαγής των συσχετισμών παγκοσμίως και μίας περαιτέρω υποτίμησης του δολαρίου).
Με έναν τέτοιο τρόπο είναι σχετικά ευκολότερο να θεραπευθούν οι ανισορροπίες των Ευρωπαϊκών Οικονομιών, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:
(α) Να υπάρξει ένα είδος κεντρικής κατεύθυνσης, ένας συντονισμός καλύτερα, όσον αφορά τους επιχειρηματικούς κλάδους δραστηριοποίησης και τις ενέργειες «αλληλοεπικάλυψης» των επί μέρους Οικονομιών.
Για παράδειγμα, η Ελλάδα να επικεντρώσει τις επενδύσεις της στην υψηλής ποιότητας γεωργία (βιολογική καλλιέργεια, παραδοσιακά προϊόντα κλπ), στον τουρισμό (η χρονική διάρκεια του οποίου πρέπει πάση θυσία να αυξηθεί, έτσι ώστε να γίνεται σωστή εκμετάλλευση των υποδομών και ορθολογική αξιοποίηση των εργαζομένων – μία βασική πηγή «εποχιακής ανεργίας», η οποία επιβαρύνει δυσανάλογα τον προϋπολογισμό) και στη ναυτιλία («καθετοποίηση» της με τα λιμάνια και τις μεταφορές, καθώς επίσης ολοκλήρωση της με το διεθνές εμπόριο). Αντίθετα η Γερμανία στη βαριά βιομηχανία, χρησιμοποιώντας την ελληνική ναυτιλία για τη διακίνηση των προϊόντων της, η Δανία στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, η Ιταλία στη μόδα κλπ.
(β) Να αυξήσουν την κατανάλωση τους οι πλεονασματικές χώρες, εισάγοντας κυρίως (και κατά προτίμηση) προϊόντα ή αγοράζοντας υπηρεσίες (τουρισμός κλπ) από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρώπης.
(γ) Να περιορίσουν άμεσα τα ελλειμματικά κράτη την υπερβολική κατανάλωση τους, καθώς επίσης τις τοποθετήσεις τους σε ακίνητα και υποδομές, παράλληλα με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων τους - για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων τους από τους Ευρωπαίους «εταίρους» τους.
(δ) Να ακολουθήσουν αμέσως μετά οι απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στις ελλειμματικές χώρες της Ε.Ε., με την έμπρακτη βοήθεια των πλεονασματικών (ας μην ξεχνάμε ότι, στις περισσότερες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, συνήθιζαν να αναθέτουν τη συγκρότηση των νόμων τους σε ξένους – οι σύγχρονες ιταλικές δημοκρατίες, όπως αυτή της Γένοβας, μιμήθηκαν αυτή τη συνήθεια).
Μία επόμενη ενέργεια τώρα θα ήταν η επί πλέον αντιμετώπιση του προβλήματος της Ευρώπης μέσω ενός «διακρατικού φορολογικού μηχανισμού αναδιανομής εισοδημάτων», αντίστοιχου με αυτού που έχει επιλεχθεί, που διακρίνει καλύτερα τον «Κοινωνικό καπιταλισμό».
Εάν ενεργούσαμε λοιπόν σύμφωνα με το συγκεκριμένο «πολιτικό» σύστημα, θα έπρεπε οι χώρες της Ευρωζώνης να τοποθετηθούν σε διάφορες «εισοδηματικές» κλίμακες, έτσι ώστε να φορολογούνται «προοδευτικά», ανάλογα με τα εισοδήματα τους (όσοι τυχόν θεωρήσουν τη λύση αυτή άδικη για τις πλεονασματικές χώρες, θα πρέπει προφανώς να έχουν την - πιθανώς αιτιολογημένη - άποψη ότι, εξ ίσου άδικη είναι και η υψηλότερη φορολόγηση των οικονομικά πιο εύρωστων πολιτών από τις χώρες τους).
Αυτό που ισχύει σήμερα στην Ε.Ε. (Πηγή: europa.eu/budget) είναι κάτι διαφορετικό. Τα «φορολογικά» έσοδα της προέρχονται από:
Spoiler
(α) τους δασμούς σε προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, όπου το 25% «παρακρατείται» από τα εκάστοτε κράτη εισαγωγής και το υπόλοιπο 75% «εισρέει» στα ταμεία της Ε.Ε. (αποτελεί το 15% των εσόδων της Ε.Ε. και ήταν περίπου 17,3 δις € το 2007)
(β) ένα κοινό, σταθερό (μη «προοδευτικό») ποσοστό επί του ΦΠΑ των διαφόρων χωρών-μελών (συντελεστής που συσχετίζεται με μέρος του ΑΕΠ, ενώ αποτελεί επίσης το 15% των εσόδων της Ε.Ε. – 17,8 δις € το 2007)
(γ) ένα κοινό, σταθερό (μη «προοδευτικό») ποσοστό, ύψους 0,73% επί του ΑΕΠ των επί μέρους κρατών (69% των εσόδων, ήτοι περί τα 80 δις €) και
(δ) από διάφορες άλλες πηγές (για παράδειγμα, πρόστιμα από την επιτροπή ανταγωνισμού σε εταιρείες κλπ), οι οποίες το 2007 ήταν περί το 1,3 δις €.
Η δίκαιη αντιμετώπιση των μελών της Ε.Ε. θεωρείται ότι εξασφαλίζεται κυρίως από το γεγονός ότι, οι πλεονασματικές χώρες, έχοντας υψηλότερο ΑΕΠ, πληρώνουν περισσότερα χρήματα σε απόλυτο μέγεθος στο «κοινό ταμείο» (όσον αφορά το συντελεστή επί του ΦΠΑ και το ποσοστό επί του ΑΕΠ). Επίσης από το ότι, οι ελλειμματικές χώρες είναι οι κύριοι αποδέκτες της ευρωπαϊκής «βοήθειας», η οποία αφορά κατά 42% (2009) την αγροτική πολιτική και το περιβάλλον, καθώς επίσης κατά 45% τις διαρθρωτικές αλλαγές, όπως την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, τις υποδομές κλπ. (6% τις εξωτερικές σχέσεις, 1% ελευθερία-ασφάλεια-δίκαιο και 6% διοίκηση-διάφορα).
Κατά την άποψη μας όμως και με κριτήριο τον «Κοινωνικό καπιταλισμό», ο οποίος φαίνεται να είναι αποδεκτός από τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., η «κοινωνική δικαιοσύνη» δεν εξασφαλίζεται σε καμία περίπτωση από τα παραπάνω. Αντίθετα, η «προοδευτική φορολόγηση», ανάλογα με το ύψος των εισοδημάτων (ΑΕΠ), ενδεχομένως και των πλεονασμάτων στο εξωτερικό εμπόριο της κάθε χώρας, είναι μέγεθος πλησιέστερο προς αυτό, με βάση το οποίο φορολογούνται δίκαια τόσο οι πολίτες, όσο και οι επιχειρήσεις μίας χώρας.
Εάν εφαρμοζόταν λοιπόν ένας «διακρατικός φορολογικός μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων», η αντιμετώπιση των χωρών-μελών θα ήταν πιο δίκαιη. Εκτός αυτού, η επίτευξη της ισορροπίας εντός της Ε.Ε. θα ήταν περισσότερο εφικτή (η ισότητα επίσης), ενώ η ορθολογική αξιοποίηση (επίσης «προοδευτικά» υπέρ των ελλειμματικών χωρών) των διακρατικών φορολογικών εσόδων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά την συνολική πρόοδο.
Ενδεχομένως δε, ο συνδυασμός ενός μέτριου πληθωρισμού (της τάξης του 5-10%) με τις «διακρατικές εισοδηματικές κλίμακες», ενδυναμωμένος από τις προοπτικές των νέων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης (χαμηλό κόστος παραγωγής, υψηλά περιθώρια δανεισμού, μεγάλη ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές κλπ),
θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε μία επιτυχημένη, κερδοφόρα και κοινή έξοδο από την παρούσα οικονομική κρίση – αρκεί βέβαια να εξυγιανθεί παράλληλα το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, να οχυρωθεί απέναντι στους οικονομικούς «εισβολείς» και να δημιουργηθεί ένας άριστος ευρωπαϊκός νομισματικός χώρος .
Ειδικά όσον αφορά το τελευταίο (άριστος ευρωπαϊκός νομισματικός χώρος), η ελεύθερη διακίνηση τόσο των κεφαλαίων, όσο και του ανθρώπινου δυναμικού, οφείλει να είναι τουλάχιστον αμφίδρομη. Πρέπει δηλαδή η «ροή» να κατευθύνεται κυρίως από τις ανεπτυγμένες Οικονομίες της Ε.Ε. προς τις αναπτυσσόμενες (σε παγκόσμια κλίμακα συμβαίνει δυστυχώς το αντίθετο, συνιστώντας μία ακόμη σοβαρή αιτία της κρίσης), έτσι ώστε να είναι ρεαλιστικά εφικτή η κοινή ανάπτυξη και η εξ αυτής μακροπρόθεσμη ισορροπία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πηγή