Ο κόκορας λαλεί μανιασμένα επάνω στον φράκτη
και πέφτει νεκρός απʼ την ομίχλη.
Ο νεοσσός σπάει το τσόφλι του
και κάνει τα πρώτα του βήματα τρικλίζοντας τρυφερά
στα μαλλιά μιας παράξενης γυναίκας που βρίσκονται απλωμένα στον κάμπο.
Και οι άνθρωποι αμέριμνοι διασκεδάζουν στʼ ακρόχειλα της φωτεινής χαράδρας
τώρα ο φράκτης κρεμάστηκε , ιδανικός αυτόχειρας κρέμεται από τα χείλη του κόκορα
και η ομίχλη λαλεί ένα πένθιμο σκοπό
βήματα τρεκλίζουνε , τρυφερά σπάνε
τσουρουφλισμένοι νεοσσοί , πρώτα στα μαλλιά της και μετά ξαπλωμένα στον κάμπο
γυναίκα παράξενη , παράξενα διασκεδάζει
αντί για ανθρώπους φωτεινές χαράδρες την ακολουθούν
και δράττουνε αδιαμαρτύρητα τους καρπούς του ιδρώτα της
τώρα ο φράκτης κρεμάστηκε , ιδανικά θα κύλαγε σαν ποτάμι
μακρυά να πάρει τα ουρλιαχτά των συννέφων που μαζεύτηκαν
μα μένει εδώ αφημένος με τους κομήτες τον χεριών της να χορεύουνε
και δύο τρία αστέρια να κοιτάνε απορημένα
ξημέρωσε και ύστερα νύχτωσε ξανά και πάλι φως
αλίμονο στα μάτια που δεν κλείνουνε ποτέ
βαρύ το φορτίο των σκέψεων που κλαίνε
και δεν υπάρχουνε δάκρυα που να χαμογελάνε μόνα τους
χρειάζεται άμυνα όταν σε πολεμούνε
χρειάζεται πόλεμος όταν αφήνεται μόνη της η πίστη
γύρισες , ναι , το είχες πει
μα οι σάλπιγγες των χίλιων κόσμων έχουνε τώρα σιωπήσει
άργησες σε ένα βουβό ραντεβού - μην κοιτάς το ρολόι
οι δείκτες είναι αμόνια και ο χρόνος συμπαγής μνήμη
αυτός στέκεται και εμείς πέφτουμε
αυτός τραγουδάει και εμείς ψάχνουνε έναν στίχο
τώρα ο φράκτης κρεμάστηκε , ιδανικός αυτόχειρας και τράπουλα σημαδεμένη
τι θα φέρει το επόμενο και σε ποιον θα το φέρει
όσο οι πόρτες κλείνουνε κοροΐδευτικά τα παράθυρα θα μεγαλώνουν
τα μαλλιά της τώρα χρυσαφένια στάχια
σοδειά και τροφή και δηλητήριο άσπιλο
βήματα τρεκλίζουνε , τρυφερά σπάνε
αν δεν έρθεις απόψε δεν θα έρθεις ποτέ
αν διάβασες ανάμεσα σε αυτές τις σειρές τα διάβασες όλα
αν ήξερα ότι δεν θα μάθαινες ποτέ
θα πέθαινα αμέριμνος σε χίλιες παραισθήσεις
συγχαρητήρια , είμαστε οι τυχεροί επισκέπτες
όμως δεν έπρεπε να είμαστε εδώ
αντίο , η αυλαία πέφτει μα είμαστε σε αντίθετη πλευρά