V. Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 Α.Κ., σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή όμως έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά. Με την έννοια αυτή οι μεν αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη), περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανεψιός του, δεν περιλαμβάνονται. Το πόρισμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 Α.Κ., που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας προσώπου που πέθανε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Είναι δε τα πρόσωπα αυτά ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ΄ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτα κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ ΑΠ 21/2000).
Παρέπεται απ' αυτά, ότι στην οικογένεια του θύματος, δεν περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς καμιά πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου. Άρα δυνατότητα χορήγησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στον επιζώντα από το θάνατο του συντρόφου του δεν προβλέπεται από το νόμο. Ούτε όμως με ανάλογη εφαρμογή εδώ της άνω διάταξης του άρθρου 932 εδ.3 Α.Κ. μπορεί να επιδικαστεί τέτοια χρηματική ικανοποίηση για την εξισορρόπηση των δημιουργούμενων από την απώλεια του θύματος δυσμενών καταστάσεων και συνεπειών. Αντίθετη άποψη θα ήταν contra legem, αλλά και ανατρεπτική του και συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού του γάμου. Επιπλέον γιατί δεν υπάρχει κάποιο κενό δικαίου, σε σχέση με τη ρύθμιση της κατάστασης αυτής των προσώπων που τελούν σε ελεύθερη ένωση. Για πρώτη φορά, μετά την αναμόρφωση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου με το ν. 1329/1983, η "ελεύθερη ένωση", δηλαδή η εξώγαμη συμβίωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, αναφέρεται ως όρος στο άρθρο 1444 παρ. 2 εδ. α' του Α.Κ. και μάλιστα σαν λόγος παύσης του δικαιώματος διατροφής του διαζευγμένου συζύγου, δηλαδή σαν ένα είδος οιονεί ποινής κατά δικαιούχου διατροφής διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος συζεί με κάποιον άλλον σε ελεύθερη ένωση. Παρά ταύτα στη συνέχεια ο Αστικός Κώδικας δεν ρυθμίζει ευθέως τα αποτελέσματά της. Έτσι η "ελεύθερη ένωση" εντάσσεται στις "de facto οικογενειακές σχέσεις", δηλαδή στις παράτυπες ή αντικανονικές από νομική άποψη καταστάσεις που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται και από το πλέγμα διατάξεων των άρθρων 1444 εδ.β΄, 1456, 1457, 1471, 1479, 1350 επ. και 1386 επ. του Α.Κ. , σε συνδυασμό προς άρθρο 21 παρ.1 του Συντάγματος, πρόκειται για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος, αν και γνώριζε τον όρο "ελεύθερη ένωση" πριν από το 1983, δεν θέλησε να ρυθμίσει τα θέματα και νομικά ζητήματα που απορρέουν απ' αυτή την ίδια την ελεύθερη ένωση. Ο έλληνας νομοθέτης ενσυνείδητα απέφυγε μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τα θέματα αυτά, εισάγοντας και στην Ελλάδα το θεσμό "των ληξιαρχικώς καταχωρισμένων σχέσεων" που ισχύει σε ορισμένα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα περιορίστηκε απλά σε ρύθμιση θεμάτων που συνδέονται έμμεσα με αυτή, ενόψει της ρύθμισης της τεχνητής γονιμοποίησης και των συνεπειών της στο χώρο της συγγένειας, με βασικό γνώμονα την προστασία του παιδιού που γεννιέται σε μία τέτοια ελεύθερη ένωση.
Ο θεσμός του γάμου ρυθμίζεται και προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις και γενικά την Ελληνική έννομη τάξη και δεν αναγνωρίζεται αντίστοιχη και μάλιστα ανάλογη προστασία της εξώγαμης συμβίωσης. Η τελευταία, έστω και αν ήταν "ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση", δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με το θεσμό του γάμου. Οι δυο θεσμοί, δηλαδή αυτός "της ληξιαρχιακώς καταχωρισμένης σχέσης" συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλοφίλων και ομοφυλοφίλων και εκείνος του γάμου, διαφέρουν όχι μόνο κατ' όνομα, αλλά και στην ουσία τους, καθώς δημιουργήθηκαν για να καλύψουν διαφορετικής φύσεως κοινωνικές ανάγκες.
Η ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, αφού αυτό δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα στη συγκεκριμένη μορφή εμφάνισής της, έτσι δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στην έννοια της οικογένειας, ούτε προστατεύεται, γιατί στην πραγματικότητα όσοι την επιλέγουν δεν επιθυμούν την υπαγωγή τους σε νομικές ρυθμίσεις και άρα δεσμεύσεις, επομένως θα ήταν αντιφατικό να τύχουν μόνο προστασίας. Με όλα αυτά, δεν υφίσταται η απαραίτητη για την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ. ομοιότητα της τυχόν αρρύθμισης περίπτωση προς τη ρυθμιζόμενη (πρβλ Ολ ΑΠ 14/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : Ο ανωτέρω ..... επί 20 και πλέον έτη συζούσε ως έγγαμο ζευγάρι κατά τα έθιμα των αθιγγάνων με την πρώτη ενάγουσα της πρώτης αγωγής ...... και ήταν πατέρας του δεύτερου ενάγοντα της αγωγής αυτής ...... ηλικίας ήδη 19 ετών μετά των οποίων διέμενε ενώ από τους ενάγοντες της δεύτερης αγωγής, η πρώτη είναι μητέρα του και οι υπόλοιποι αδελφοί του, όλοι δε οι ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών διατηρούσαν καλές σχέσεις με τον εν λόγω αποβιώσαντα και είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτών ψυχικός δεσμός και λόγω του αιφνιδίου θανάτου αυτού δοκίμασαν ψυχικό πόνο και επομένως προκλήθηκε σαυτούς ψυχική οδύνη. Το δικαστήριο τούτο εκτιμώντας τις ως άνω συνθήκες του ατυχήματος τη μη απόδοση αλλά και ούτε διαπίστωση συγκεκριμένης υπαιτιότητας του αγνώστου οδηγού ή και συνυπαιτιότητας του παθόντος, αλλά μόνο την ύπαρξη αντικειμενικής ευθύνης του οδηγού, καθώς επίσης τη διάρκεια συμβιώσεως της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής με τον προαναφερόμενο ....... τον ψυχικό σύνδεσμο που είχε αναπτυχθεί μεταξύ εκείνου και όλων των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών, την ηλικία του αποβιώσαντος (48 ετών) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση και την ηλικία των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών κρίνει, ότι το ποσό που ανταποκρίνεται στην ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω του θανάτου του ....... είναι ......". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο επεδίκασε στην ...... κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ. το εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συντρόφου της ..... , αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ. και υπέπεσε στην αποδιδομένη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.