Το λοιπόν γράφε, γράφε, μα όσο θέλεις γράφε, αφού σε ευχαριστεί δέν υπάρχει λόγος να αμφιβάλεις δηλώνοντας πως ίσως οι άλλοι ξέρουν καλύτερα.
Καλά αλλά κρύβεται και μια παγίδα...
Γράφε γράφε θα στερέψεις ή από τα όσα γράφεις
τα μισά θα είναι για σκότωμα όσο και εμπνευσμένος να'σαι.
Ακόμη κι ο Ρίτσος μέχρι που ξεψυχούσε έγραφε.
Αν δεν έγραφε τριάντα ποιήματα τη βραδιά, θα έσκαγε!
Μη μου πείς τώρα ότι αυτά είναι σοβαρά πράγματα...
Γράφε και έπειτα διάβαζέ τα.
Όταν μετά από το διάβασμα διαπιστώνεις τη σαβούρα
ήρθε η ώρα να βάλεις μια βυσσινάδα ή ένα γλυκό κουταλιού,
και μετά νάνι (που θρέφει και τον
οίστρο).
Κι ο ύπνος (όχι μόνο τα γραπτά), ξέρεις, μπορεί να είναι
μια απρογραμμάτιστη κατάσταση (

)
αφού δε μπορείς να προδικάσεις τη στιγμή
κατα την οποία το ελατήριο της οκνηρής γραφής
αρχίζει να ταλαντώνεται ακατάσχετα.