Το θέμα με τους Έλληνες αγρότες είναι πως προσπαθούν να ανταγωνιστούν άλλες αγροτικές οικονομίες όπως της Αμερικής, της Αργεντινής, της Αιγύπτου κτλ και φυσικά δεν τα καταφέρνουν. Ακόμη και σήμερα, το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν μας είναι το βαμβάκι, πράγμα που είναι απίστευτα γελοίο, καθώς το βαμβάκι δεν είναι μια φυσική καλλιέργεια στην Ελλάδα διότι χρειάζεται πολύ μεγάλες ποσότητες ύδρευσης και εκτάσεις. Ο Έλληνας αγρότης δεν θα μπορέσει ποτέ να ανταγωνιστεί τον Αιγύπτιο στην τιμή του βαμβακιού απλά και μόνο λόγω παραγωγικότητας, αφού ο Αιγύπτιος έχει τα εδάφη του Νείλου που είναι ιδανικά για καλλιέργεια βαμβακιού και δίνουν μέχρι και 3 σοδίες το χρόνο σε αντίθεση με τη δική μας μία.
Το πρόβλημα των αγροτών σήμερα όμως είναι το εξής. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ασύμφορες καλλιέργειες όπως το βαμβάκι και έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά σε εξοπλισμούς, τρακτέρ, ποτιστικά, καρούλια κτλ. Έτσι είναι εγκλωβισμένοι στις καλλιέργειες αυτές για μερικά χρόνια. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η αβεβαιότητα της αγοράς που αποθαρρύνει τους αγρότες από την αλλαγή καλλιεργειών. Ένας αγρότης π.χ που θέλει να περάσει από το βαμβάκι στην ελιά, ή στα εσπεριδοειδή αντιμετωπίζει 3-4 χρόνια στα οποία δεν θα έχει παραγωγή αλλά συνεχόμενη ζημία και αυτό επηρεάζει ιδιαίτερα τους μικρούς καλλιεργητές που δεν έχουν παράλληλες καλλιέργειες. Στο εξωτερικό οι περισσότεροι αγρότες δουλεύουν με fixed συμβόλαια, πάνε δηλαδή σε ένα εργοστάσιο κομπόστας το οποίο τους δίνει μια fixed τιμή για τα ροδάκινα τους για τα επόμενα 3 χρόνια. Έτσι ο αγρότης μπορεί να δανειστεί χρήματα και να φτιάξει έναν προϋπολογισμό. Εδώ στην Ελλάδα η αγορά έχει κρασάρει τελείως όμως. Φαντάσου ότι στη Βόρεια Θεσσαλία υπάρχει μόνο ένα εργοστάσιο πλέον που αγοράζει ροδάκινα και φυσικά δεν θα προσφέρει fixed τιμές στους αγρότες αφενός διότι έχει το αγοραστικό μονοπώλιο και μπορεί να πετύχει καλύτερες τιμές και αφετέρου διότι δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγωγή της Θεσσαλίας αφού όλη η Ελληνική αγορά έχει κρασάρει.
Όλα αυτά βέβαια είναι προϊόντα του κρατικού παρεμβατισμού και της αγροτικής πολιτικής του, που με τις επιδοτήσεις ουσιαστικά χειραγωγούσε την αγορά τόσα χρόνια και μετέτρεψε τους αγρότες σε εξαρτημένους από το κράτος παραγωγούς.
Αν το κράτος είχε αφήσει ελεύθερη την αγροτική πολιτική χωρίς παρεμβάσεις, τότε οι αγρότες δεν θα είχαν ξεφύγει από τα παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα, όπως το λάδι, το κρασί, το αμύγδαλο, τα εσπεριδοειδή, τα κατσικίσια τυριά/γάλατα κτλ στα οποία η Ελλάδα έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα λόγω κλήματος και τώρα θα συνεχίζαμε να είμαστε μια εξαγώγιμη αγροτικά χώρα. Επίσης χωρίς το κράτος θα υπήρχαν σωστά δομημένοι συνεταιρισμοί που σκοπό θα είχαν τις εξωτερικές αγορές και όχι τις εσωτερικές επιδοτήσεις.
Το 2012 είχα πάει σε αγροτικό ταξίδι στη Ιταλία και την νότια Γαλλία για να δούμε τις ντόπιες αγροτικές καλλιέργειες και αυτό που είδα είναι πως οι άνθρωποι εκεί είναι τουλάχιστο 50 χρόνια μπροστά από την Ελλάδα. Οι καλλιέργειες τους είναι όλες μηχανοποιημένες τόσο κατά την προετοιμασία αλλά και στην συγκομιδή, ενώ εδώ είμαστε ακόμη στο μεροκάματο και το μάζεμα με το χέρι. Οι αγρότες τους έχουν πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις κατά μέσω όρο, μιλάμε για 500-1000 στρέμματα έκαστος. Υπάρχουν συνεταιρισμοί οι οποίοι προωθούν τα αγροτικά προϊόντα σε εξωτερικές αγορές και υπάρχουν μέχρι και ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, που ασφαλίζουν τους αγρότες από τις καιρικές συνθήκες. Στην Ελλάδα οι αγρότες ασφαλίζονται και αποζημιώνονται από το κράτος και όλοι γνωρίζουμε πόσο καλά λειτουργεί αυτό.
Ακόμη και οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών, μοναδικό σκοπό έχουν να περιορίσουν τις φοροεπιδρομές τους κράτους στα εισοδήματά τους, και όχι να περιορίσουν τον κρατικό παρεμβατισμό στην αγροτική παραγωγή. Ουσιαστικά δηλαδή αγνοούν την πηγή του προβλήματός τους.