Θεωρώ γενικά ότι οι αλλαγές στο σύστημα βαθμολόγησης θα βρουν μεγάλο απόηχο σε ορισμένες ομάδες,
καθώς εξαλείφουν την βαθμοθηρία και στρέφουν το σύστημα προς την εύρεση της ουσίας, δηλαδή της γνώσης.
Εγώ από την μεριά μου θεωρώ ότι είναι ένα εντελώς λάθος μέτρο και θα ξεκινήσω με έναν απλό συλλογισμό:
Έστω ότι ο σκοπός του σχολείου είναι να μάθεις. Προκειμένου να μάθεις δεν χρειάζεται κάποιος να σε αξιολογήσει. Άρα, μπορείς να μάθεις, χωρίς να υπάρχουν εξετάσεις. Επομένως, μπορούμε να καταργήσουμε την έννοια της εξέτασης. Το μόνο που θα χρειάζεται είναι κάποιος να έχει παρακολουθήσει το ωρολόγιο πρόγραμμα για 3 χρόνια και θα έχει αποκτήσει τις γνώσεις Γυμνασίου ή Λυκείου. Πείτε μου τώρα, πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγατε σε έναν ιδιώτη να του ζητήσετε τις υπηρεσίες του και διαπιστώσατε ότι δεν ανταποκρίνεται στη δουλειά που θέλετε να σας κάνει? Πόσες φορές ψάξατε, μέσω γνωστών ή φίλων για έναν "καλό" γιατρό?
Αν θεωρήσουμε ότι στο υπάρχον σύστημα, όπου υπάρχουν αυστηρές εξετάσεις, από το Λύκειο και τις Πανελλήνιες μέχρι τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο που σου απονέμουν ουσιαστικά τα επαγγελματικά δικαιώματα, δεν δύναται να εμπιστευτούμε την αξία του πτυχίου, δηλαδή δεν δεχόμαστε ότι ο γιατρός είναι καλός, απλά επειδή κατέχει ένα πτυχίο Ιατρικής, τότε πώς ακριβώς η χαλάρωση αυτή του θεσμού των εξετάσεων επιτυγχάνει την βελτίωση της κατάστασης? Από τη στιγμή δηλαδή που δεχόμαστε ότι υπάρχουν άτομα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξαπατούν το σύστημα και περνούν τις εξετάσεις δίχως να γνωρίζουν, πώς περιμένουμε να εξαλείψουμε το φαινόμενο με την χαλάρωη ή την κατάργηση του θεσμού της εξέτασης? Προσωπικά, είμαι της άποψης ότι οφείλουν να υφίστανται εξετάσεις σε οποιαδήποτε βαθμίδα και σχετικά με οποιοδήποτε αντικείμενο, διότι η εξέταση δεν είναι παρά ένας θεσμός πιστοποίησης, ένας μηχανισμός που προσφέρει αξιοπιστία.
Πριν από δύο εβδομάδες ήταν στην Θεσσαλονίκη ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, ο οποίος μίλησε σχετικά με θέματα τεχνολογίας. Ενώ αρχικά η ομιλία ήταν προγραμματισμένο να πραγραματοποιηθεί σε χώρο της Σχολής Θετικών Επιστημών του ΑΠΘ, το υψηλό ενδιαφέρον που συγκέντρωσε η ομιλία κίνησε την διοργάνωση να ζητήσει την Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, προκειμένου να φιλοξενήσει τον κ. Δασκαλάκη. Πέρα από δημοσιεύσεις και το ερευνητικό έργο που έχει προσφέρει, ένα από τα στοιχεία που φαίνονται σε σχετικά άρθρα είναι η αναφορά στον βαθμό πτυχίου του: 9.98/10.
Και εδώ είναι που μου δημιουργείται η απορία: Πώς γίνεται από την μία να θέλουμε και να επιδιώκουμε να παρακολουθήσουμε την ομιλία ενός διακεκριμένου Έλληνα επιστήμονα (ο οποίος κάνει περήφανη την χώρα στο εξωτερικό) όταν την ίδια στιγμή κοιτάμε να ομαλοποιήσουμε προς τα κάτω κάθε δυνατότητα που έχουν οι νέοι, προκειμένου να αναδειχθούν? Είμαστε η χώρα όπου πραγματικά θα μπορούσαμε να είχαμε κολλήσει την "ρετσινιά" της αριστείας σε έναν τέτοιο άνθρωπο όσο αυτός σπούδαζε και μετά θα ήμασταν διατεθειμμένοι να πληρώσουμε είσοδο για να τον ακούσουμε να μιλάει. Πραγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι περισσότερο οξύμωρο από αυτό. Δεν γνωρίζω τι έκανε πρωτύτερα ο συγκεκριμένο άνθρωπος, ωστόσο ο βαθμός πτυχίου 9,98 θεωρώ ότι ξεπερνάει το λεγόμενο "Όλα 20" στο Λύκειο. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, ο κ. Δασκαλάκης είναι το "φυτό" του 20, που προσπαθεί να ξεχωρίσει.
Συνοπτικά, η "περιγραφική αξιολόγηση" είναι μια κίνηση προς την μετριοπάθεια και το συμβιβασμό. Το 20 ή το 9.98 δεν είναι καύχημα, είναι ένα νούμερο, το οποίο από πίσω μετράει ώρες μελέτης, διαβασμένα βιβλία, λυμένες ασκήσεις, ξενόγλωσση βιβλιογραφεία, μετράει προσωπικό κόπο που καταβλήθηκε προκειμένου να αποκτηθεί μια α γνώση. Αν δεν θέλουμε να ξεχωρίσει ο άνθρωπος που αφιέρωσε 5 χρόνια να αφομειώσει ένα τεράστιο όγκο γνώσης, τότε ποιον θέλουμε, αυτόν που με "θέματα ανακύκλωσης", σκονάκι και παρακαλετό στον καθηγητή έκανε το 4->5 και πέρασε?
Θυμάται κανένας σας το βαθμολόγιο του Δημοτικού? Μια δεκαετία πριν, "Γ" σήμαινε ότι οριακά δεν ξέρεις. Το Δ δεν υφίσταντο, απλά κοβόσουν. Και τώρα φτάσαμε στο σημείο να λέμε ότι <5/10 είναι "Σχεδόν καλά"?
Πώς ακριβώς προωθούμε την γνώση, όταν υποσκάπτουμε κάθε προσπάθεια ανάδειξής της? Το αντικείμενο της υπόθεσης είναι "να ξέρεις" ή "να λες ότι ξέρεις?
Πηγή.