Επομενο το γνωστο μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ, Ο "Δρόμος με τις Φάμπρικες",με το οποιο ο συγγραφεας πετυχαινει μια εξαιρετική και αβίαστη σκιαγράφηση χαρακτήρων και της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική.
Σε κραταει η απλοτητα των χαρακτηρων και οι περιγραφες των ζωων τους.Συναρπαστικο.
Απο το οπισθοφυλλο:
"Ο δρόμος με τις φάμπρικες" στο Μόντρεϋ στην Καλιφόρνια, είν' ένα ποίημα, μια βρομισιά, έχει ένα δικό του φως, ένα έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ένα όνειρο μαζί, μια νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, τενεκέδες, σκουριά, και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σκοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, παλιοξενοδοχεία.
Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε "πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι" εννοούσε, δηλαδή, πως κατοικούνε άνθρωποι λογής - λογής. Αν τους κοίταζε όμως από μια άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να 'χε πει, πως κατοικούνε "άγγελοι, άγιοι και οσιομάρτυρες" - και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.
Αποσπασματα:
"Ο Δόκτορας μαζώνει τα θαλασσινά του στη λιμνοθάλασσα που σχηματίζεται άκρη άκρη στη χερσόνησο. Είν' ένας τόπος μαγικός: σαν έρχεται η παλίρροια κοχλακούν τα νερά, το κύμα σπάζει και περιχάει τα βράχια, η σημαδούρα σφυρίζει στ' ανοιχτά κι η θάλασσα φουσκώνει αφρισμένη και γαλατερή και αναδεύεται από τα ψαρια που ξεχύνονται μες στη λαγούβα".
"(...) Δεν ήξερα πως είστε άρρωστος”.
"Πολύ άρρωστος, μπορεί να πάω και στα χειρότερα. Βάλε λίγο γάλα και ανακάτωσε μαζί μισή μποτίλια μπίρα. Την άλλη μισή δώσε μου να την πιω σ' ένα ποτήρι-δε θα βάλεις ζάχαρη στο γάλα".
* Ο Δόκτορας , ωστόσο, εξακολουθούσε ν' αγαπάει την αλήθεια, μόλο που ήξερε πως δεν την αγαπά όλος ο κόσμος και πως είναι μιά επικίνδυνη ερωμένη
* Μια μουσική αντηχούσε μέσα στ' αυτιά του Δόκτορα, ένας ήχος από φλάουτο, γλυκός και διαπεραστικός. Έπαιξε μια μελωδία που δεν μπορούσε να τη συγκρατήσει, και πλάϊ σ' αυτή, σαν συνοδειά, ο βαρύς ήχος από το αφρισμένο κύμα που αναδύεται. Το φλάουτο ανέβαινε ψηλά σε σφαίρες ασύλληπτες απότην ακοή και εξακολουθούσε ως εκεί πάνω η απίθανη μελωδία. Ο Δόκτορας αναρρίγησε, τα μάτια του δακρύζανε, απόμεινε σαν να κοιτούσε μιαν απόκοσμη ομορφιά.Τα μάτια της κοπέλας ήταν ανοιχτόγκριζα και λάμπανε ολοκάθαρα, τα μαύρα της μαλλιά κυμάτιζαν ανάλαφρα πάνω στο πρόσωπό της. Μιά εικόνα έξω από το χρόνο.....Απόμεινε στη θέση εκείνη κι αφουγκραζόταν τη μουσική όσο ανέβαινε η θάλασσα και σκέπαζε τις πέτρες. Με το χέρι του χτυπούσε το ρυθμό, το απόκοσμο φλάουτο έπαιζε μέσα στο μυαλό του..Τα μάτια της ήταν ανοιχτόγκριζα, τα χειλια της χαμογελούσαν ανασαίνοντας μέσα σε μιάν ουράνιαν έκσταση. .... Μέσα στο μυαλό του Δόκτορα, μια μουσική αρχινούσε να τονίζεται, το μονότονο πρελούντιο του Μοντεβέρντι Hor ch' el Ciel e la Terra , το θλιμμένο και καρτερικό μοιρολόϊ του Πετράρχη για το χαμό της Λάουρα
Ο γέρος στάθηκε και γύρισε να δει. Σταμάτησε κι ο Άντυ. Τα βαθιά ολόμαυρα μάτια κοιτάζανε τον Άντυ,σαν να σάλεψαν τα χείλια. Ό,τι συνέβη τότε, ποτέ δεν μπόρεσε ο Άντυ να το εξηγήσει ούτε να το ξεχάσει. Τα μάτια μεγάλωναν, μεγάλωναν ολοένα, ώσπου σκεπάσανε ολόκληρο το κορμί κι εξαφανίστηκε ο Κινέζος. Απόμεινε μονάχα ένα μάτι, ένα πελώριο μαύρο μάτι, μεγάλο σαν μιά πόρτα εκκλησιάς . Ο Άντυ κοίταξε μέσ' απ' τη μαύρη πόρτα που ήταν διάφανη και φωτερή και είδε ν' απλώνεται ένας κάμπος πλατύς κι ερημικός, απέραντος, μόνο που τέλειωνε σε μια βουνοσειρά φαντασμαγορική, κάθε βουνό ήταν σκαλισμένο σαν το κεφάλι αγελάδας ή σκυλιού και όλος ο τόπος γεμάτος μανιτάρια. Ολάκερος ο κάμπος σκεπασμένος με σπανή αγριάδα, με ξεροβούνια εδώ κι εκεί. Σε κάθε ξεροβούνι καθόταν, στην κορφή, μιά μαύρη καρακάξα. Κι ήταν τόση μοναξιά- τόσο μια παγωμένη ερημιά, που ο Άντυ άρχισε το αναφιλητό, γιατί βρισκόταν ολομόναχος στον κόσμο, δίχως κανέναν, μονάχος του, ολομόναχος...
* Το περιστατικό αυτό έκανε τον Δόκτορα να δίνει την ακόλουθη συμβουλή σε όποιον είχε λόγο να εκδικηθεί μιά Τράπεζα¨"Νοίκιασε μια θυρίδα , κλείσε μέσα ένα φρέσκο σολομό και ταξίδεψε μακριά για έξι μήνες"
* - Δε μου λές, Δόκτορα, τα ψεύτικα δόντια είναι φαρμακερά;
- Ό,τι βγαίνει από το στόμα του ανθρώπου είναι φαρμακερό", είπε ο Δόκτορας τονίζοντας τα λόγια του
* Είναι η μαργαριταρένια ώρα - η στιγμή ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα, που σταματά το διάβα του ο χρόνος και στοχάζεται τον εαυτό του
Ο λόγος είν' ένα σύμβολο κι ένα χάρμα που ρουφάει ανθρώπους και τοπία, δέντρα, φυτά, φάμπρικες και κινέζικα σκυλάκια. Τότε το Αντικείμενο γίνεται ο Λόγος και ξανά πάλι το Αντικείμενο, αλλά στημονιασμένο τώρα κι υφασμένο πάνω σ' ένα σχέδιο φανταστικό. Ο Λόγος ρουφά τον Δρόμο με τις Φάμπρικες, τονε χωνεύει κι έπειτα τονε ξερνά κι ο Δρόμος τότε παίρνει τη λάμψη της πράσινης στεριάς και του πελάγου που καθρεφτίζει τα ουράνια. Ο Λη Τσογκ είναι κάτι παραπάνω από ένας κινέζος μαγαζάτορας. Έτσι πρέπει να 'ναι. Ίσως να μη βρίσκεται καλά ισορροπημένος και ν' απόμεινε μετέωρος -ένας πλανήτης ασιατικός που μια τονε συγκρατεί πάνω στη τροχιά του η έλξη του Λάο Τσε και μια τονε ξεμακραίνει από τον Λάο Τσε η κεντρόφυγη δύναμη του εμπορικού κατάστιχου και του αριθμητήριου με τις μπαλίτσες- έτσι κρέμεται μετέωρος ο Λη Τσογκ, κλωθογυρίζοντας ανάμεσα σε διάφορες πραμάτειες και φαντάσματα. Σκληρόκαρδος αν πρόκειται για κανά κουτί κονσέρβα με μπιζέλι και μαλακός αν πρόκειται για τα κόκαλα του παπού του. Γιατί ο Λη Τσογκ ανάσκαψε τον τάφο στο Κινέζικο Κοιμητήρι και ξέθαψε τα κιτρινισμένα κόκαλα και το κρανίο, που 'χε πάνω του ακόμα κολλημένα τα γέρικα γκρίζα μαλλιά. Ο Λη συσκεύασε μες σε κιβώτιο τα κόκαλα, όλα τα κόκαλα, μηριαία, κνημικά, τις ωλένες, το κρανίο καταμεσίς και τρόγυρα τους σπονδύλους και τα λεκανικά κόκαλα με τα καμπύλα παΐδια. Έπειτα μπαρκάρισε το συσκευασμένο κι εύθραυστο παπού του και τον έστειλε ν' αναπαυθεί επιτέλους στα χώματα π' αγιάσαν οι προγόνοι του.
«Την αυγή, είναι μια μαγεία, ο δρόμος με τις Φάμπρικες. Στο πρωινό σύθαμπο, πριν βγει ακόμη ο ήλιος, ο δρόμος φαίνεται σαν να κρέμεται μετέωρος μέσα στο ασημένιο φως, έξω από την έννοια του χρόνου. Σβήσαν τα φανάρια, το πράσινο γρασίδι παίρνει ένα χρώμα ζωηρό. Οι λαμαρίνες από τις φάμπρικες γυαλίζουν με αποχρώσεις μαργαριταρένιες και μεταλλικές. Την ησυχία του δρόμου δεν την ταράξανε ακόμη τα αυτοκίνητα , ούτε η πρόοδο και η δουλειά. Τα κύματα φλοισβίζουν ανάμεσα στους στύλους κάτω από τις αποβάθρες. Είναι μια περίοδος γαλήνης και ησυχίας, διαβαίνει αδειανός ο χρόνος».
"Είμαστε ζώα μοναχικά. Όλη μας τη ζωή παλεύουμε για λίγο λιγότερη μοναξιά. Και μια απ' τις πανάρχαιες μεθόδους μας είναι να λέμε μια ιστορία, παρακαλώντας να βρεθεί ένας ακροατής που θα πει (και θα το πιστεύει): Α, ναι, έτσι ακριβώς είναι, ή πάντως έτσι το αισθάνομαι κι εγώ"