.......................
Η πίστη στο ανθρώπινο είδος υπάρχει από την εποχή των Νεάντερταλ οι οποίοι την μετέδωσαν στους Κρο-Μανιόν από τους οποίους προερχόμαστε. Φαίνεται ότι αυτοί οι μακρινοί μας συγγενείς παρότι ήταν σε άγρια κατάσταση ένιωσαν την ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι. Κάποιος μπορεί να πει ότι αυτό είναι μια απόρροια της ανάγκης του ανθρώπου να εξηγήσει τα πάντα, κάτι που ξεκίνησε από εκείνη την μακρινή εποχή που τα ανθρωποειδή άρχισαν να χρησιμοποιούν περισσότερο το μυαλό τους. Μελετώντας την ανθρώπινη Ιστορία μπορούμε να δούμε ότι δεν υπάρχει λαός που να μην πίστευε έστω και σε μία πέτρα, στον ήλιο ή σε κάποιο άλλο σύμβολο/Θεό. Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι η εκάστοτε θρησκεία χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει το οτιδήποτε ήταν άγνωστο και ανεξήγητο για τον άνθρωπο με κορυφαίο παράδειγμα τον θάνατο.
.............................
Το γιατί ο άνθρωπος πιστεύει ερμηνεύεται – κυρίως από θεολόγους αν δεν κάνω λάθος – κι από μια "θετική"

οπτική. Ότι, για παράδειγμα, αποτελούσε μυστήριο για τους πρωτόγονους το όνειρο, οι χτύποι της καρδιάς, η αναπνοή, η σκιά, το γεγονός ότι ένα "άψυχο" δέντρο άνθιζε μια συγκεκριμένη εποχή, ότι μια έγκυος γυναίκα "έβγαζε" απʼ το σώμα της ένα νέο άνθρωπο κ.α… Υποστηρίζεται δηλαδή ότι επειδή ο άνθρωπος έχει μια έμφυτη πνευματική τάση, απέδωσε όλα αυτά τα ανεξήγητα και μυστηριώδη πράγματα σε υπερφυσικές δυνάμεις. Και κατʼ επέκταση ο ήλιος, η σελήνη, τα αστέρια κι άλλα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος φαίνονταν σα να ήταν ζωντανά και ασκούσαν επιρροή.
Δεν τα αποκλείω αυτά, αλλά συσχετίζονται και με αιτίες που νομίζω ότι έχουν μεγαλύτερη ισχύ. Για παράδειγμα, η ιδέα των θεών στους πρωτόγονους διαμορφώθηκε και λόγω των τεράστιων εμποδίων που ορθώνονταν μπροστά τους, λόγω του θανάτου, του φόβου, των αναγκών και των κινδύνων που έπρεπε να αντιμετωπίσουν κ.α....
Τώρα η αντίληψη ότι ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή και σώμα είναι πανάρχαιη. Είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το φόβο του θανάτου, με την επιθυμία του για μια μεταθανάτια ύπαρξη σε έναν καλύτερο κόσμο, με τη θλίψη του για τον θάνατο αγαπημένων του προσώπων και την επιθυμία να σμίξει ξανά μαζί τους. Συνδέεται επίσης με φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής που δημιουργούν μια αίσθηση μυστηρίου και αμηχανίας όπως στο όνειρο όπου ανέκαθεν ο άνθρωπος είχε την εντύπωση ότι μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο αποκομμένος από το σώμα του, ή νόμιζε ότι επικοινωνεί με τους νεκρούς.
Όπως και ναʼ χει, ο κόσμος των πρωτόγονων ήταν γεμάτος από ψυχές, πνεύματα, φαντάσματα, δαίμονες και γενικότερα από πάσης φύσεως καλές και κακές αόρατες δυνάμεις. Προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τις καλές για να λάβουν καθοδήγηση και ευλογίες, και να κατευνάσουν τις κακές. Απ' ό, τι ξέρω η προσπάθεια να συλλάβουν τα μέσα με τα οποία ενεργούσαν αυτές οι αόρατες δυνάμεις συνέβαλε στην εξάσκηση της μαγείας, ώστε ο άνθρωπος να τις ελέγξει και να κάνουν αυτό που επιθυμεί αυτός. Άλλωστε, όλοι λίγο πολύ έχουμε ακούσει για φυλές στις οποίες χτυπούσαν τύμπανα (παραπομπή σε βροντές) και ράντιζαν το έδαφος με νερό πιστεύοντας ότι μʼ αυτόν τον τρόπο θα φέρουν βροχή. Γενικότερα, ο άνθρωπος κρίνει τα πάντα με βάση το όφελος που αποκομίζει από αυτά, απέδωσε στις αναρίθμητες συμφορές του κόσμου (πείνα, αρρώστιες, σεισμούς, καταιγίδες κ.α…), που του στερούσαν τις χαρές της ζωής, στο ότι οι αόρατες δυνάμεις ήταν θυμωμένες με τις προσβολές του και προσπαθούσε να τις κατευνάσει (π.χ με θυσίες…). Πίστεψε ότι τα πάντα στη φύση έγιναν για αυτόν και συνέδεσε τα πάντα με την ύπαρξη αόρατων δυνάμεων. Κι επειδή η φύση των τελευταίων του ήταν άγνωστη, έκρινε με βάση τον εαυτό του (και φυσικά του οφέλους που αποκομίζει) φανταζόμενος ότι σκέφτονται όπως αυτός, ότι υπόκεινται στα ίδια πάθη και νοιάζονται για τη διαγωγή του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι θεοί στην Αρχαία Ελλάδα.