Όταν, ανεβαίνοντας, κοιτάζανε ψηλά, προς την κορυφή της Πάρνηθας, ήταν κατακάθαρος ο ουρανός. Κάν ένα άσπρο σύννεφο δεν ταξίδευε.
- Α! Θα δούμε τη θάλασσα πέρα απʼ το Σούνιο! της έλεγε χαρούμενα.
- Θα δούμε τη λίμνη του Μαραθώνα, θα φαίνεται κι όλος ο Ευβοϊκός! Δε θα φαίνεται;
- Μα βέβαια! Θα φαίνεται όλος ο Ευβοϊκός και η λίμνη του Μαραθώνα!
Οι μικροί λόφοι, της έλεγε, κοιταγμένοι από τόσο ψηλά που θα πήγαιναν, ενώνουνται με την ίσια γηʼ μόλις μπορείς να ξεχωρίσεις τους αλαφρούς όγκους σαν παιχνίδι από φως και σκιά. Ο Λυκαβηττός…
Δεν τον άφησε να αποτελιώσει.
- Για όνομα του Θεού: Μην πεις τίποτα για το Λυκαβηττό, μην πεις τίποτα! τον παρακάλεσε και τα μάτια της λάμπανε. Ξέρω τόσο πολύ…
Και τότε, ενώ ανέβαιναν προς την υψηλή κορφή της Πάρνηθας, την Καραμπόλα, εκείνη του μίλησε για το Λυκαβηττό. Στις ρίζες του βράχου φυτρώνουν παράξενα δέντρα με χρυσό φύλλωμα και κόκκινους κορμούς. Είναι και άλλα δένδρα με στιλπνούς γαλάζιους κορμούς και γαλάζια φύλλα. Περνάς και σαλεύουν οι κορμοί και τα φύλλα. Ρωτούν συναμεταξύ τους:
«Ποιος είναι ο ξένος;»
«Είναι το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά, λέει ο ένας μικρός κορμός. Κι άλλη φορά ήρθε στα μέρη μας και με φίλησε.»
«Είσαι σίγουρος πως είναι φίλος μας;» ρωτούν τα κόκκινα δέντρα δύσπιστα.
«Μα βέβαια είμαι σίγουρος!» λέει ο μικρός κορμός. «Κοιτάξτε στο κορμί μου!»
Τρέχουν, τότε, όλα τα δέντρα και κοιτάνε το μικρό γαλάζιο σύντροφό τους: πάνω στον κορμό του βλέπουν τα σημάδια απʼ το φίλημα του κοριτσιού.
«Ε, τότε ας περάσει!» συμφωνούνε όλα τα δέντρα.
Παραμερίζουν τότε τα κλωνιά, και το νέο κορίτσι μπαίνει μέσα στο βασίλειο του Λυκαβηττού. Στον ουρανό ο ήλιος της Αθήνας λάμπει φοβερά, ψυχή δεν ακούγεται. Η γη εδώ είναι γυμνή, και το νέο κορίτσι πολύ θα ήθελε να ήταν τρόπος να βρεθεί λίγη δροσιά να φυλαχτεί. Μάντεψε την επιθυμία του το μικρό γαλάζιο δέντρο, παρακάλεσε τη γη να το αφήσει λεύτερο. Και η γη το άκουσε και το άφησε, το δέντρο, να φύγει. Έτρεξε με τα μικρά του βήματα να προφτάξει το κορίτσι και, όταν επιτέλους τόφταξε λαχανιασμένο, το παρακάλεσε θερμά:
«Μην τρέχεις τόσο κιʼ είμαι άμαθο. Για σένα έρχουμαι.»
«Για μένα, αλήθεια;» λέει το κορίτσι χαρούμενα.
Μα ναι, για σένα αλήθεια! Τα φύλλα μου γινήκανε πλατιά και περίμεναν εσένα για να σε προστατέψουν απʼ τον ήλιο.»
Χέρι-χέρι, τότε, το κορίτσι και το γαλάζιο δέντρο προχωρούν στο βασίλειο του Λυκαβηττού. Τα φύλλα τρέμουν από πάνω τους καθώς μαζεύουν τον πυκνόν ήλιο, τρέμουν από πάθος και χαρά επειδή για έναν τέτοιο σκοπό ήρθαν στη γη. Σε λίγο φτάξανε στη θάλασσα του λόφου.
«Πρόσεχε! Λέει το γαλάζιο δέντρο στο κορίτσι. Από δω και πέρα είναι θάλασσα.»
«Είναι, αλήθεια, θάλασσα στο Λυκαββητό;»
«Μα βέβαια είναι θάλασσα! Για κοίταξε!»
Κοίταξε το κορίτσι επίμονα με εμπιστοσύνη. Και τότε, στο βάθος του χώρου, άρχισαν να φαίνονται καθαρά και να πορεύονται τα κύματα. Ανέβαιναν σιγά, περνούσαν μέσα απʼ τις ρίζες των δέντρων, τις σκέπαζαν και ανέβαιναν. Ώσπου πια δεν έμεινε γη και δέντρα και φύλλωμα, όλα γίνανε νερό - κόκκινο, χρυσό και γαλάζιο νερό.
«Τι παράξενη θάλασσα που είναι! λέει το κορίτσι μαγεμένο. Τι ζει μέσα κει;»
«Α, τίποτα δε στάθηκε ακόμα στη γη άξιο να ζήσει τόση χαρά. Μονάχα τα κλαδιά μας και τα φύλλα μας μπορούν να πλένε έρημα και να περιμένουν.»
Τότε το κορίτσι παρακάλεσε θερμά το μικρό φίλο της του Λυκαβηττού:
«Πάρε με μαζί σου, δεντράκι, σʼ αυτή τη θάλασσα. Πάρε με στη θάλασσά σας…»
«Αλήθεια, το θέλεις;» είπε το δέντρο χαρούμενο.
Κι ύστερα πρόσθεσε, λυπημένα:
«Δε θα το θέλεις πια αν μάθεις πως έτσι θα πρέπει να μείνεις για πάντα μαζί μας, πάνταʼ να γίνεις κιʼ εσύ ένα δέντρο με χρυσό φύλλωμα και κλωνιά γαλάζια…»
Τότε το κορίτσι, που τόσον καιρό περίμενε την ιερή ώρα, είπε:
«Πάρε με μαζί σου δεντράκι, στο νερό. Εγώ είμαι έτοιμη. Για ό,τι λες είμαι έτοιμη.»
Κι ενώ τα μαλλιά της και τα χέρια της γίνονταν φύλλα και κλωνιά γαλάζια, κατέβηκε σιγά μές στο νερό, ώσπου τη σκέπασαν τα χρυσά και τα κόκκινα κύματα.
* * *
- Αυτό το ταξίδι του Λυκαβηττού δε μου το είχες πει ποτέ, λέει αργότερα το αγόρι στο κορίτσι.
Ναι, δεν του το είχε πει. Ζούσε πάντα ζωηρά τα παράξενα όνειρά της, και του τα έλεγε μʼ έναν τρόπο σα να μιλούσε για τα πιο οικεία και φιλικά πράγματα. Όμως το ταξίδι του Λυκαβηττού ερχόταν από πολύ βαθιά, απʼ τις μυστικές πηγές των παιδικών χρόνων, κι έπρεπε νάρθει η επίσημη ώρα για να εξομολογηθεί.
- Κι εγώ δεν ξέρω γιατί το θυμήθηκα σήμερα, του είπε. Δεν ξέρω…, είπε τρέμοντας, σαν κάτι να προαισθανόταν.
Φτάξαν στο Μπάφι, τραβήξαν προς το Κανταλίδι, κι έστριψαν το μικρό μονοπάτι με τα κόκκινα βέλη που οδηγούσε στην κορφή.
Τότε, άξαφνα, χύθηκαν και τους τυλίξαν μέσα τους. Αγέρι φυσούσε λίγο, και το πούσι έσταζε σιγά-σιγά στα κορμιά τους, ενώ τα μεγάλα θολά έλατα γύρω τους σωπαίνανε. Δε βλέπαν πια μήτε λίγα βήματα τόπο μπροστά τους. Γιʼ αυτό πιάστηκαν απʼ το χέρι.
- Μη μʼ αφήνεις και φοβάμαι…, του ψιθύρισε. Μη μʼ αφήνεις.
Ψυχή δεν ακουόταν στο δάσος, καν ένα πουλί. Τα κόκκινα βέλη ήταν η μόνη ήρεμη φωνή του βουνού. Του έσφιγγε το χέρι κάθε φορά που τα βρίσκανε, έρημα, μές στο πούσι.
- Μη φοβάσαι, της έλεγε. Τίποτα δε μπορεί να μας πειράξει.
Ο αγέρας, όσο ανέβαιναν, ολοένα γινόταν πιο αραιός. Ανάσαιναν με δυσκολία.
Ώσπου κάποτε νόμισαν πως φτάσαν στην κορφή, γιατί από μπρος κιʼ απʼ τα πλάγια τους η γη άρχιζε να χαμηλώνει. Για μια στιγμή εκείνος προχώρησε μονάχος μές στο πούσι να κοιτάξει καλύτερα, για να βρει το υψόμετρο. Το πούσι τον ρούφηξε. Άκουσε τη φωνή της να έρχεται, σαν από πολύ βάθος, σπαρακτικά:
- Γύρισε πίσω! Γύρισε πίσω! ολόλυζε.
Τη βρήκε να τον περιμένει χλωμή, με μάτια γεμάτα τρόμο!
- Φοβήθηκα πως πια δε θα γύριζες απʼ το πούσι! του είπε τρέμοντας. Και τώρα πια δεν μπορώ να σε χάσω.
Ένα μεγάλο έλατο ήταν κοντά τους. Τα κλαδιά του άπλωναν σα να τους καλούσαν για να τους προφυλάξουν. Παραμέρισαν με τα χέρια τους το σύννεφο και πήγαν προς τα εκεί. Εκεί αγαπηθήκαν. Μια αράχνη μες στα φύλλα του δέντρου σιωπηλή τους κοίταζε, υφαίνοντας τον ιστό της, ενώ το σύννεφο κυλούσε πλάι τους σα θάλασσα.
«Τώρα πια είμαι έτοιμη για το Λυκαβηττό, του είπε όταν κατέβαιναν απʼ την Καραμπόλα. Αύριο θʼ ανεβούμε μαζί στο Λυκαβηττό.»
Ήρθε η άλλη μέρα και δεν πήγαν στο Λυκαβηττό. Κάτι έτυχε και δεν πήγαν. Ήρθε και η άλλη μέρα - πάλι κάτι έτυχε και δεν πήγαν. Έπειτα η πολιτεία τους πήρε μες στο ρυθμό της. Γίνανε πραχτικοί άνθρωποι. Πέρασε πολύς καιρός. Και ο Λυκαβηττός, που είναι δύναμη ιερή, τους χτύπησε σκληρά γιατί τον προδώσανε. Έτσι, όταν κάποτε ο καθένας τους γύρεψε νʼ ανεβεί μοναχός του στο Λυκαβηττό είδε πως πια ο Λυκαβηττός δεν υπήρχε. Οι μυστικές πηγές του είχαν χαθεί μες στο πούσι.
Ηλίας Βενέζης - συλλογή διηγημάτων από το "ΑΙΓΑΙΟ"