Στο παρόν θέμα, έχουν μέχρι στιγμής διατυπωθεί αρκετά ενδιαφέρουσες απόψεις κι έχουν ήδη εμφανιστεί κάποιες αντιπαραθέσεις σε επιμέρους ζητήματα, στα οποία θα ήθελα να αναφερθώ, εξετάζοντάς τα από την κατάλληλη απόσταση.
Το πρώτο ζήτημα που έχει τεθεί, είναι το κατά πόσον η επιστήμη έχει ήδη έτοιμες τις απαντήσεις περί της προέλευσης του σύμπαντος και επακολούθως της ζωής, αργότερα δε της έλλογης ζωής. Μάλιστα, η θεωρία της εξέλιξης, η οποία θεμελιώθηκε από τον Κάρολο Δαρβίνο και επεκτάθηκε κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, υποστηρίχτηκε ως η δίδουσα την απόλυτη εξήγηση σε όλα τα αναπάντητα ερωτήματα.
Η προσωπική μου άποψη, μετά από ενδελεχή ενασχόληση με τη θεωρία της εξέλιξης, είναι ότι παρά το γεγονός πως πρόκειται για μια επιστημονική επανάσταση, ωστόσο δεν έχει καταφέρει ακόμη να καλύψει όλο το φάσμα των ερωτημάτων, τα οποία προκύπτουν από τις ίδιες τις απόψεις της. Βλέπετε, στην επιστήμη θεωρείται θεμιτό το να εξετάζονται εξονυχιστικά οι όποιες θεωρίες, αφού κατʼ αυτόν τον τρόπο η ίδια η επιστήμη και οι μέθοδοί της μπορούν κι εξελίσσονται. Η θεωρία της εξέλιξης λοιπόν, στηρίζεται στην βασική παραδοχή, ότι η ζωή προέκυψε αρχικά από τυχαία αυτοοργάνωση των δομικών λίθων που αποτελούν τα βασικά συστατικά που σήμερα βλέπουμε να αποτελούν όλους τους οργανισμούς. Οι δομικοί λίθοι των συστατικών βρίσκονταν μέσα στη λεγόμενη «Προβιοτική Σούπα», για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Η δική μου ένσταση επʼ αυτού του ζητήματος, είναι πως οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο κατά τύχη, τείνουν ουσιαστικά στο μηδέν. Ο αντίλογος που δέχτηκα, ήταν ότι η σκέψη μου αυτή αποτελεί «βιασμό της στατιστικής». Το βασικό επιχείρημα επʼ αυτού, ήταν ότι όσο σπάνια κι αν είναι τα αναγκαία γεγονότα για τη δημιουργία, η τυχαιότητα είχε στη διάθεσή της άπλετο χρόνο, ώστε κάτι τέτοιο τελικά να μπορέσει να συμβεί.
Το δεύτερο ζήτημα που επίσης τέθηκε, είναι το κατά πόσον μέσα στη Δημιουργία, μπορεί κανείς να διακρίνει Λόγο, Σκοπό, Σχέδιο, με λίγα λόγια Νόηση. Δεν υπήρξε καμμία απάντηση επʼ αυτού, παρά μόνο μια ερώτηση, από το φίλο Νεκροπεθαμένο, περί του τι ακριβώς εννοεί κανείς όταν αναφέρεται σε Νόηση.
Παρακάτω θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τα επιστημονικά στοιχεία που με έχουν οδηγήσει σε σκεπτικισμό επί των πορισμάτων της εξελικτικής θεωρίας, καθώς και κάποια άλλα, που με έχουν οδηγήσει στην παραδοχή της ύπαρξης Νόησης, μέσα στη Δημιουργία. Θα περιοριστώ φυσικά στους τομείς εκείνους της επιστήμης με τους οποίους έχω περισσότερη επαφή. Λόγω του εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους του κειμένου, θα δημοσιευτεί σε συνέχειες, ώστε να είναι ευκολότερη η κατανόησή του. Για όσους συνομιλητές προκύψουν δυσκολίες ως προς την κατανόηση των αναπόφευκτων βιολογικών όρων, είμαι στη διάθεσή τους για διευκρινίσεις κι επεξηγήσεις. Οι πηγές θα παρατεθούν στο τέλος της τελευταίας συνέχειας του άρθρου που ακολουθεί:
Α. Η τυχαία εμφάνιση κι εξέλιξη της ζωής και το ζήτημα των πιθανοτήτων.
Η υπόθεση των Oparin-Haldane
Στα 1924 ο Ρώσος επιστήμονας Aleksandr Oparin και το 1929 ο Βρετανός John Haldane, πρότειναν μια νέα προσέγγιση. Υποστήριξαν ότι η ζωή είχε βέβαια προέλθει από άψυχη ύλη, αλλά όχι άμεσα. Αντίθετα είχε περάσει από διάφορα στάδια: Από απλά χημικά στοιχεία που συνενώθηκαν για να δημιουργήσουν οργανικά σύμπλοκα, τα οποία με τη σειρά τους ενώθηκαν για να φτιάξουν πολύπλοκες κατασκευές, όπως η κυτταρική μεμβράνη. Η υπόθεση των Oparin-Haldane αναφέρεται ως «προβιοτική εξέλιξη» ή «χημική εξέλιξη» (επειδή προϋποθέτει ότι η ζωή ξεκίνησε μέσα σε μια θάλασσα χημικών, που ονομάζεται προβιοτική σούπα). Η υπόθεση του Οπάριν έγινε η κλασική εξελικτική προσέγγιση για την προέλευση της ζωής. Ο Οπάριν και μεταγενέστεροι επιστήμονες υποστήριξαν ότι τυχαίες αντιδράσεις μεταξύ χημικών στοιχείων θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο φαινόμενο της ζωής.
Ένα από τα πλεονεκτήματα της θεωρίας των Oparin-Haldane ήταν ότι μπορούσε να δοκιμαστεί στο εργαστήριο. Αυτού του είδους τα πειράματα ονομάζονται πειράματα προσομοίωσης, επειδή προσπαθούν να πλησιάσουν στις συνθήκες που πιστεύεται ότι επικρατούσαν όταν εμφανίστηκε η ζωή στη γη. Οι Oparin-Haldane υπέθεσαν ότι η ζωή πρωτοεμφανίστηκε στην ατμόσφαιρα από χημικές αντιδράσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ απλών αερίων: μεθανίου, αιθανίου, αμμωνίας, υδρογόνου και ατμών νερού. Αυτές οι αντιδράσεις ενεργοποιήθηκαν από ποικίλες πηγές ενέργειας του περιβάλλοντος: από ηλεκτρικές εκκενώσεις, από θερμότητα προερχόμενη από ηφαίστεια, κινητική ενέργεια από σεισμούς, ή το φως του ήλιου. Με την ενέργεια αυτή τα ατμοσφαιρικά αέρια μετατράπηκαν σε πιο περίπλοκα σύμπλοκα και έτσι σχηματίστηκαν τα αμινοξέα, τα λιπαρά οξέα και τα απλά σάκχαρα. Αφού οι συγκέντρωση των τελευταίων αυξήθηκε στους αρχέγονους ωκεανούς, κάποτε συνενώθηκαν μεταξύ τους, για να σχηματίσουν πιο περίπλοκα μόρια, όπως οι πρωτεΐνες και το DNA. Τελικά, αυτά τα μόρια σχημάτισαν κολλοειδή συσσωματώματα και από αυτά προήλθε το πρώτο πραγματικό κύτταρο, με την κυτταρική του μεμβράνη, τον περίπλοκο μεταβολισμό του, τον γενετικό του κώδικα και την ικανότητα να αναπαράγεται.
Η θεωρία ελέγχθηκε εργαστηριακά. Επιστήμονες ανέμειξαν απλά αέρια και τα εξέθεσαν σε πηγές ενέργειας, όπως υπεριώδη ακτινοβολία και ηλεκτρικές εκκενώσεις. Το 1953, οι Stanley Miller και Harold Urey ανέφεραν τα αποτελέσματα ενός τέτοιου πειράματος. Εξετάζοντας το κολλώδες και λασπώδες ίζημα που προέκυψε στον πάτο του εργαστηριακού σωλήνα, διαπίστωσαν την ύπαρξη αρκετών αμινοξέων που υπάρχουν σήμερα στις πρωτεΐνες. Από τότε, πολλά παρόμοια πειράματα έχουν διενεργηθεί και ο κατάλογος των ουσιών που έχουν προκύψει περιλαμβάνει τα περισσότερα απαραίτητα οργανικά συστατικά των ζώντων οργανισμών.
Τα αποτελέσματα αυτά αύξησαν κατά πολύ την αληθοφάνεια της θεωρίας της εξέλιξης. Όταν όμως οι επιστήμονες προσπάθησαν να φτιάξουν πιο περίπλοκα μόρια, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Το βήμα από τα απλά οργανικά στοιχεία στα πολύπλοκα μόρια της ζωής, όπως οι πρωτεΐνες και το DNA, έχει αποδειχτεί δύσκολο και μέχρι τώρα δεν έχει καταστεί δυνατό να δημιουργηθούν αυτές στο εργαστήριο.
Το πρόβλημα είναι ότι κάποιες χημικές αντιδράσεις συμβαίνουν εύκολα ενώ άλλες όχι. Ο σχηματισμός των απλών δομικών στοιχείων της ύλης γίνεται εύκολα, ενώ εκείνες οι χημικές αντιδράσεις που απαιτούνται για να δημιουργηθούν οι πρωτεΐνες και το DNA δεν εμφανίζονται αυθόρμητα. Αντίθετα, για το RNA, υπήρξε κάποιο αρκετά ενθαρρυντικό αποτέλεσμα, όταν ο Jim Ferris, (Rensselaer Polytechnic Institute, Troy, New York), πρόσθεσε ένα είδος θετικά φορτισμένης αργίλου, ο οποίος θεωρείται ότι υπήρχε σε μεγάλες ποσότητες στην πρωτογενή επιφάνεια της Γης, σε ένα διάλυμα αρνητικά φορτισμένων νουκλεοτιδίων αδενίνης, και συνέθεσε έτσι τμήματα RΝΑ με 10-15 νουκλεοτίδια (ή βάσεις, δηλαδή αδενίνη, ουρακίλη, γουανίνη, κυτοσίνη, ή A,U,G,C). Αν υπάρχουν διαθέσιμα νουκλεοτίδια στο περιβάλλον, η σύνθεση προχωρεί μέχρι τό στάδιο αλυσίδων 55 νουκλεοτιδίων. Σε έρευνα του προηγούμενου έτους, επετεύχθη η δημιουργία μεγαλύτερου μορίου RNA στο ινστιτούτο της Καλιφόρνια.
Πέρα από αυτό, κάποιοι επιστήμονες έχουν εκφράσει τις αμφιβολίες τους κατά πόσο οι συνθήκες που επικρατούν στα πειράματα αυτά ανταποκρίνονται στις συνθήκες που φαίνεται να επικρατούσαν στις αρχέγονες εκείνες θάλασσες. Τα πειράματα του Miller και των μετέπειτα δεν αποδεικνύουν ότι ο σχηματισμός των βιομορίων στην πρωταρχική ατμόσφαιρα έγινε με τον τρόπο που παρασκευάστηκαν στο εργαστήριο, αλλά περιγράφουν τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν οι συνθήκες τότε ήταν σαν αυτές που χρησιμοποίησαν οι ερευνητές.
Κάποιες έρευνες υποδεικνύουν ότι η αρχική ατμόσφαιρα της γης, θα μπορούσε να περιέχει λιγότερα αναγωγικά μόρια από αυτά που υπέθεσαν οι Miller–Urey. Υπάρχουν άφθονες αποδείξεις μεγάλων ηφαιστειακών εκρήξεων, πριν 4 δις έτη, που θα είχαν εκλύσει στην ατμόσφαιρα διοξείδιο του άνθρακα, άζωτο, σουλφίδιο του υδρογόνου και διοξείδιο του θείου. Πειράματα που έγιναν με χρήση αυτών των αερίων μαζί με εκείνα του αρχικού πειράματος έδωσαν πιο πολύπλοκα μόρια. Ωστόσο, τα αρωματικά αμινοξέα, τα οποία ανευρίσκονται σήμερα ως δομικοί λίθοι των πρωτεϊνών, απαιτούν πολύ λιγότερη συγκέντρωση υδρογόνου από αυτήν που θεωρείται πως υπήρχε στην ατμόσφαιρα την εποχή εκείνη. Όλα τα βασικά συστατικά, όπως τα αμινοξέα, υδροξυοξέα, πουρίνες, πυριμιδίνες και σάκχαρα, έχουν παραχθεί σε διάφορες παραλλαγές του πειράματος των Miller–Urey, ποτέ όμως όλα μαζί στο ίδιο πείραμα. Φαίνεται λοιπόν πως για να παραχθούν όλοι οι δομικοί λίθοι της ζωής, η ατμόσφαιρα της γης θα έπρεπε να αλλάζει σύσταση κατά το δοκούν.
Έτσι όπως βλέπουμε, η θεωρία της αυτόματης γένεσης του πρώτου κυττάρου, βασίζεται σε υποθέσεις και προσομοιώσεις και όχι σε ατράνταχτες αποδείξεις, ενώ αντίθετα δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ η δημιουργία ενός κυττάρου από αβιοτικά συστατικά, στη φύση ή στο εργαστήριο.
[συνεχίζεται]