Ναρκισσιστική δομή της προσωπικότητας.
Σε σχέση με τα βασικά συναισθήματα που συνδέονται με τη ναρκισσιστική οργάνωση της προσωπικότητας η ντροπή και ο φθόνος επισημαίνονται κατ’ επανάληψη στην κλινική βιβλιογραφία. Η υποκειμενική εμπειρία των ναρκισσιστικών ατόμων διακατέχεται από συναισθήματα ντροπής και φόβου ότι θα ντροπιαστούν μπροστά στους άλλους. Οι πρώτοι ψυχαναλυτές υποτίμησαν την ισχύ αυτών των συναισθημάτων ντροπής, θεωρώντας τα λανθασμένα ως ενοχή και πραγματοποιώντας ερμηνείες προσανατολισμένες στην ενοχή, τις οποίες οι ναρκισσιστικοί ασθενείς θεωρούσαν μη ενσυναισθητικές. Η ενοχή είναι η πεποίθηση ότι ένα άτομο είναι αμαρτωλό ή ότι έχει διαπράξει κάποια σφάλματα.
Ιδεοψυχαναγκαστική δομή της προσωπικότητας.
Έτσι, σήμερα συναντούμε λιγότερα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα που ασχολούνται υπερβολικά με θέματα ηθικής σε σχέση με την εποχή του Freud. Ωστόσο, πολλές σύγχρονες οικογένειες για τις οποίες ο έλεγχος της συμπεριφοράς είναι σημαντικός ενθαρρύνουν την υιοθέτηση ιδεοληπτικών και ψυχαναγκαστικών προτύπων, προκαλώντας όμως ένα αίσθημα ντροπής και όχι ενοχές. Διάφορα μηνύματα όπως: «Τι θα σκεφτούν οι άλλοι για σένα, εάν παχύνεις;», ή «Τα άλλα παιδιά δεν θα θέλουν να παίξουν μαζί σου, εάν φέρεσαι έτσι», ή «Εάν δεν έχεις καλύτερες επιδόσεις, δεν θα φοιτήσεις ποτέ σε ένα καλό ιδιωτικό σχολείο», είναι, σύμφωνα με πολλούς κλινικούς και κοινωνικούς παρατηρητές, πιο συνηθισμένα μηνύματα από αυτά που τονίζουν την ατομική ευσυνειδησία και τις ηθικές συνέπειες της συμπεριφοράς.
Οι δύο διαφορετικοί τρόποι ανατροφής - αυτός που προκαλεί ενοχές και ο αντίστοιχος που προκαλεί ντροπή- οδηγούν στην ανάπτυξη διαφορετικών τύπων Υπερεγώ και σχέσεων με το αντικείμενο. Ο παραδοσιακός ιδεοψυχαναγκαστικός τρόπος υποκινούνταν περισσότερο από την ενοχή και όχι από την ντροπή, παρόλο που σχετιζόταν και με συναισθήματα ντροπής όταν ένα άτομο «ξέφευγε από τον έλεγχο».
Υπερεγώ.
Ο Freud επινόησε τον όρο Υπερεγώ για εκείνο το τμήμα του εαυτού που είναι επιτηρητής των πραγμάτων, ιδιαίτερα από μια ηθική οπτική. Το Υπερεγώ, μια εκ πρώτης όψεως συνώνυμη έννοια με τη «συνείδηση» του ατόμου, αναφέρεται στο τμήμα του εαυτού το οποίο μας επιβραβεύει όταν «βάζουμε τα δυνατά μας» και ασκεί κριτική όταν δεν εκπληρώνουμε τα κριτήρια που έχουμε θέσει. Πρόκειται για ένα τμήμα του Εγώ, παρόλο που σε εμπειρικό επίπεδο βιώνεται ξεχωριστά από αυτό. Ο Freud θεωρούσε ότι το Υπερεγώ διαμορφώνεται κυρίως στη διάρκεια της οιδιπόδειας περιόδου μέσω της ταύτισης του παιδιού με τις γονεϊκές αξίες. Οι πιο σύγχρονοι ψυχαναλυτές όμως θεωρούν ότι το Υπερεγώ διαμορφώνεται πολύ νωρίτερα και ανιχνεύεται στις πρωτόγονες βρεφικές ιδέες περί καλού και κακού.
Από την ηθικοποίηση μπορεί κανείς να συμπεράνει τη λειτουργία ενός Υπερεγώ το οποίο είναι συνήθως αυστηρό και τιμωρητικό.
Σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, η κατανόηση της ενοχής επιτυγχάνεται σε σχέση με την ενεργοποίηση ενός εσωτερικευμένου επικριτικού γονέα ή του Υπερεγώ. Η ντροπή είναι η αίσθηση ότι το άτομο γίνεται αντιληπτό από τους άλλους ως κακό ή ότι έχει σφάλει. Σε αυτή την περίπτωση το κοινό που παρακολουθεί βρίσκεται έξω από τον εαυτό του ατόμου. Η ενοχή ενέχει την έννοια μιας ενδεχόμενης κακής πράξης, ενώ η ντροπή έχει την έννοια του αβοήθητου, της ασχήμιας και της ανικανότητας.