Τα
παιδιά ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα την εποχή του
Ολοκαυτώματος. Ο φόνος των παιδιών που ανήκαν σε «ανεπιθύμητες» ή «επικίνδυνες» ομάδες σύμφωνα με τη
ναζιστική ιδεολογία, ήταν για τους Ναζί ένα απαραίτητο μέρος της «φυλετικής πάλης» ή ένα προληπτικό μέτρο ασφαλείας. Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους σκότωναν παιδιά για τους παραπάνω ιδεολογικούς λόγους, αλλά και ως αντίποινα για τις πραγματικές ή εικαζόμενες επιθέσεις των ανταρτών.
Οι Γερμανοί και οι
συνεργάτες τους σκότωσαν
τουλάχιστον 1,5 εκατομμύρια παιδιά, μεταξύ των οποίων πάνω από ένα εκατομμύριο εβραιόπουλα και δεκάδες χιλιάδες παιδιά
Ρομά (Τσιγγάνοι), γερμανόπουλα που υπέφεραν από σωματικές και πνευματικές αναπηρίες και ζούσαν σε άσυλα, παιδιά από την Πολωνία και παιδιά που ζούσαν στις κατεχόμενες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Εβραίοι και ορισμένοι μη-Εβραίοι έφηβοι (13-18 ετών) είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν, καθώς μπορούσαν να υποβληθούν σε καταναγκαστική εργασία.
Η μοίρα των παιδιών των Εβραίων ή άλλων ανεπιθύμητων ομάδων μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως εξής: 1) παιδιά που θανατώνονταν αμέσως μόλις έφταναν στα
κέντρα εξόντωσης 2) παιδιά που θανατώνονταν αμέσως μετά τη γέννησή τους ή σε ιδρύματα 3) παιδιά που γεννιόντουσαν στα
γκέτο και κατάφερναν να επιβιώσουν επειδή οι κρατούμενοι εκεί τα έκρυβαν 4) παιδιά, συνήθως μεγαλύτερα από 12 ετών, τα οποία χρησιμοποιούνταν σε
καταναγκαστικά έργα ή ως πειραματόζωα σε ιατρικά πειράματα και 5) παιδιά που σκοτώθηκαν σε αντίποινα ή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις «κατά της
Αντίστασης».