Το 1842, ένα πλοίο χτύπησε πάνω σ' ένα παγόβουνο και περισσότεροι από 30 επιζώντες βρέθηκαν να συνωστίζονται σε μια σωσίβιο λέμβο, η οποία ήταν φτιαγμένη για μόνο 7. Καθώς ερχόταν καταιγίδα, κατέστη προφανές ότι η λέμβος θα έπρεπε να ελαφρυνθεί, εάν ήθελαν να σωθεί έστω κι ένας. Ο καπετάνιος επιχειρηματολόγησε ότι το σωστό σ' εκείνη την περίπτωση θα ήταν να εξαναγκαστούν κάποια άτομα να πηδήξουν από τη λέμβο και να πνιγούν. Μια τέτοια πράξη, είπε, δεν ήταν άδικη γι' αυτούς που θα πετιόνταν στη θάλασσα, αφού θα πνίγονταν έτσι ή αλλιώς. Εάν ωστόσο δεν έκανε τίποτε, θα ήταν υπεύθυνος για τους θανάτους εκείνων τους οποίους θα μπορούσε να είχε σώσει. Κάποιοι αντιτάχθηκαν στην απόφαση του καπετάνιου. Υποστήριξαν ότι εάν δεν έκαναν τίποτε και όλοι πνίγονταν, κανείς δεν θα ήταν υπεύθυνος για τους θανάτους τους. Από την άλλη πλευρά, εάν ο καπετάνιος προσπαθούσε να σώσει κάποιους, θα το έκανε μόνο σκοτώνοντας τους υπόλοιπους και τότε οι θάνατοί τους θα ήταν δική του ευθύνη· κάτι τέτοιο θα ήταν χειρότερο από το να μην κάνει τίποτε, αφήνοντας όλους να πεθάνουν. Ο καπετάνιος απέρριψε αυτή την επιχειρηματολογία. Εφόσον η μόνη πιθανότητα για σωτηρία προϋπέθετε ν' ασκηθεί μεγάλη προσπάθεια στο κουπί, αποφάσισε ότι οι πλέον αδύναμοι θα έπρεπε να θυσιαστούν. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θα ήταν εξωφρενικό, σκέφτηκε, ν' αποφασιστεί μετά από κλήρωση, ποιος θα πρέπει να ριχτεί στη θάλασσα. Τελικά, μετά από αρκετές ημέρες επίπονης κωπηλασίας, οι επιζώντες διασώθηκαν και ο καπετάνιος δικάστηκε για τις πράξεις του. Εάν ήσασταν μέλος του σώματος των ενόρκων, τι θα είχατε αποφασίσει και γιατί;