αυτός που ετοιμάζεται ή τον ετοιμάζουν για κάτι, που είναι και δεν είναι κάτι, σαν την ζωή που θα ξεπεταχτεί από ένα αυγό.
Απορία μου από το "Περί Βασιλείας Δ" (Δίων), που περιγράφει τον διάλογο του Μέγα Αλέξανδρου με τον Διογένη :
Ο ου περσίζων, ου λυδίζων τη φωνή, καθάπερ οίμαι Δαρείος, αλλά
μακεδονίζων τε και ελληνίζων.
Το μεταφράζουν :
εκείνος που δεν μιλάει περσικά, ούτε λυδικά, όπως νομίζω ο Δαρείος, αλλά
Μακεδονικά και Ελληνικά.
και πιο κάτω ρωτάει ο Αλέξανδρος τον Διογένη :
"Τίς ούτος εστιν πολέμιος
εν τη Ελλάδι ή Μακεδονία ;"
Μετάφραση :
Ποιός είναι αυτός ο εχθρός μου,
στην Μακεδονία ή στην Ελλάδα ;
- Το "λυδίζω τη φωνή"΄σημαίνει "μιλάει" ;
- Τα ελληνικά τα ξέρουμε. Τα μακεδονικά ποιά είναι ; Η γλώσσα του Γκλιγκόροφ ;