Κόμμα ( , )
Το κόμμα χρησιμεύει συνήθως για να σημειώσουμε λογικό χωρισμό και μικρό σταμάτημα στο εσωτερικό της περιόδου, ή σε μεγάλες φράσεις για να δώσομε ευκαιρία σε αναπνοή, είτε για να κάνουμε το κείμενο να διαβάζετε ευκολότερα (λ.χ. σε θεατρικά κείμενα, διδακτικά βιβλία) ή για να προκαλέσουμε προσδοκία. Το κόμμα είναι το πιο συχνό σημείο της στίξης και η χρήση του είναι απαραίτητη προκειμένου ν' αποφεύγονται παρανοήσεις και η ανάγνωση, ή η απαγγελία, να γίνεται ευκολότερη. Αν και δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες για τη χρήση του κόμματος, σε γενικές γραμμές χρησιμεύει για να χωρίζουμε:
Μέσα στην πρόταση του όμοιους αναμεταξύ τους όρους, όταν του παραθέτουμε ασύνδετους, π.χ.:
Η θάλασσα ήταν ήρεμη, γαλήνια, καθαρή.
Στην απαρίθμηση επιθέτων μπρος από ένα ουσιαστικό το κόμμα μπαίνει και πριν το τελευταίο επίθετο, όταν αυτό προσδιορίζει το ουσιαστικό ακριβώς όπως και τ' άλλα:
Με αργά, βαριά, κουρασμένα βήματα. Αλλά δεν μπαίνει όταν το τελευταίο επίθετο αποτελεί με το ουσιαστικό έννοια που την προσδιορίζουν τα προηγούμενα επίθετα:
Με κέρασε άσπρο παλιό κρασί.
Την παράθεση και κάθε είδους επεξήγηση:
Άρχισε μια βροχή, κατακλυσμός.–
Ο Όλυμπος, το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, ήταν κατοικία των θεών.
Την κλητική:
Νίκο, σου στέλνω σήμερα το γράμμα.–
Πήρα το γράμμα σου, κύριε Γιώργο, και χαίρομαι που είσαι καλά.
Ένα μόριο ή ένα βεβαιωτικό (ή αρνητικό) επίρρημα στην αρχή της περιόδου, που χρησιμεύει για τη σύνδεση με τα προηγούμενα:
Ναι, θα φύγω.–
Όχι, δε θέλω.– Τ
ότε, θα συμφωνήσουμε (δηλ. αφού είναι έτσι).
Τις κύριες από δευτερεύουσες προτάσεις – τις αιτιολογικές, τελικές (εκτός όταν εισάγονται με το να), αποτελεσματικές, υποθετικές, εναντιωματικές, χρονικές ή που εισάγονται με το χωρίς να, ιδίως όταν αυτές προηγούνται ή όταν είναι μεγάλες, π.χ.:
Δεν πρέπει να ξεκινήσουμε, γιατί ο καιρός άρχισε να χάλια.–
Αν θέλεις, έλα.–
Χωρίς να το καταλάβω, μου πήραν το πορτοφόλι.
Τις πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις όταν προηγούνται του ρήματος:
Το τι έκρυβε η στάση της, ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί. Αλλά:
Ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί το τι έκρυβε η στάση της..
Το ρήμα και τον αμέσως κατόπι του εμπρόθετο προσδιορισμό που φανερώνει αντίθεση, π.χ.:
Περισσότερο έβλαψε, παρά ωφέλησε.
Τις συμπλεκτικές προτάσεις, π.χ.:
Δε θα πάω στα Χανιά, ούτε στο Ρέθυμνο.–
Και γενναίοι άνθρωποι ήταν, και τον εαυτό τους πρόσεχαν.
Τις διαζευκτικές προτάσεις, π.χ.:
Ή θα σωθούμε, ή θα χαθούμε.
Τις αντιθετικές προτάσεις, π.χ.:
Δεν έχομε εμείς, μα κάτι θα γίνει.–
Ναι μεν είναι ακριβότερο, αλλά είναι το καλύτερο για τη δουλειά μου.
Τις συμπερασματικές προτάσεις:
Να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε... –
Δεν είναι κακός, να (=ώστε να) μη μας δώσει νερό.
Το σύνδεσμο και, όταν αυτός έχει σημασία συνδέσμου που χρειάζεται κόμμα, π.χ.:
Εσύ μαζεύεις, και (= ενώ) αυτός σκορπά.–
Πήγαινε στο καλό, και (= γιατί) δε σ' έχω ανάγκη.
Τους όρους μιας πρότασης που συνδέονται με τους συνδέσμους ή, είτε, μήτε, ούτε, όταν είναι περισσότεροι των δυο:
Ούτε ο Κώστας, ούτε ο Γιώργος, ούτε Μαρία κατάφεραν να λύσουν το γρίφο. Αλλά:
Ούτε ο Μπάμπης ούτε ο Θωμάς είπαν την αλήθεια.
Η δυσκολότερη περίπτωση είναι η θέση ή μη του κόμματος πριν από αναφορική πρόταση που ακολουθεί το υποκείμενο, επειδή η λανθασμένη χρήση του κόμματος έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή του νοήματος της πρότασης:
Τα δέντρα του κήπου που είναι καρποφόρα χρειάζονται λίπασμα.
( Η αναφορική πρόταση εδώ προσδιορίζει άμεσα το υποκείμενο. Καθορίζει ποια δέντρα του κήπου χρειάζονται λίπασμα, δηλαδή όσα δέντρα είναι καρποφόρα και όχι όλα.
Πέταξαν τα ροδάκινα που είχαν σαπίσει. (= Πέταξαν μόνο εκείνα από τα ροδάκινα που είχαν σαπίσει).
Τα δέντρα του κήπου, που είναι καρποφόρα, χρειάζονται λίπασμα.
(Εδώ μπορεί να παραλειφθεί η αναφορική πρόταση χωρίς να προκύψει αλλοίωση του νοήματος· δηλαδή τα δέντρα του κήπου, που όπως γνωρίζουμε είναι όλα καρποφόρα, χρειάζονται λίπασμα.)
Πέταξαν τα ροδάκινα, που είχαν σαπίσει. (= Πέταξαν όλα τα ροδάκινα τα οποία είχαν σαπίσει).
Το κόμμα και τα άλλα σημεία της στίξης:
Όταν παραθέτουμε τα λόγια κάποιου άλλου σε εισαγωγικά, σημειώνουμε το κόμμα έξω από τα εισαγωγικά μόνο όταν το απαιτεί η πρόταση:
Κατορθώσαμε να πει «παραδίνομαι», γιατί τον κουράσαμε πάρα πολύ.
Αντίθετα, δεν χωρίζουμε με κόμμα τις παρένθετες προτάσεις, μικρές ή μεγάλες, που δηλώνουν ποιος είπε τα λόγια που βρίσκονται στα εισαγωγικά:
«Είμαστε έθνος ανάδελφο» είπε ο Πρόεδρος.
Αν, όμως, αυτού του είδους οι προτάσεις υπάρχουν σε διαλόγους χωρίς εισαγωγικά (εισάγονται δηλαδή με παύλες), χρησιμοποιούνται πάντα με κόμμα:
– Μπορείτε να πιείτε νερό, μας είπε ο περβολάρης.
Δεν σημειώνουμε κόμμα αμέσως μετά το ερωτηματικό και το θαυμαστικό.
πηγή