Όταν αρρώστησε η μάνα μου, πήρα εγώ τις εξετάσεις στα χέρια μου. Κοίταξα το σπινθηρογράφημα και δεν χρειαζόταν να είμαι ειδικός για να καταλάβω τι έγραφε. Ήμασταν στον προθάλαμο του διαγνωστικού κέντρου και η ίδια ήταν δίπλα μου, όπως και ο πατέρας μου. Κατάλαβε κι εκείνη τι έλεγαν, από την αλλαγή της έκφρασής μου, άλλωστε το είχε ήδη υποψιαστεί. Λίγες ημέρες πριν ήταν η ονομαστική της γιορτή κι εκείνη επέμεινε να διοργανώσει βεγγέρα με γερό τσιμπούσι, όπως συνήθιζε κάθε χρόνο, παρά τους ήδη φρικτούς πόνους, οι οποίοι την κατέβαλαν. Την ρώτησα γιατί το κάνει και μου είπε "επειδή μάλλον θα είναι η τελευταία μου φορά, να το διασκεδάσω κι εγώ λίγο, να δω τους φίλους μου, να με θυμούνται έτσι"...
Είχε μια μορφή καρκίνου με τη χειρότερη δυνατή πρόγνωση. Πήγαν για να δείξουν τις εξετάσεις, σ' έναν γιατρό που συνέστησε ένας θείος μου, ιατρικός επισκέπτης, ο οποίος της είπε χωρίς ενδοιασμούς την σοβαρότητα της κατάστασης, ευτυχώς δεν γνώριζε ακριβώς περί πρόγνωσης, ήταν άλλης ειδικότητας. "Είναι της αγγλοσαξωνικής σχολής ο γιατρός, αυτοί τα λένε έτσι χύμα", μας είπε ο θείος. Καλά έκανα και δεν χώνεψα ποτέ μου κατά βάθος τους Αγγλοσάξωνες! Παρά το γεγονός ότι εκείνη ήταν σχεδόν ψυχολογικά έτοιμη, όπως σας είπα, αυτή η ωμότητα την τρομοκράτησε, την σόκαρε, της αφαίρεσε προς στιγμήν τη διάθεση να το παλέψει.
Ύστερα πήρα τα πράγματα στα χέρια μου. Βρήκα έναν παλιό φίλο γιατρό ογκολόγο που δούλευε στο Θεαγένειο της Θεσ/νίκης, με τη βοήθεια της πρώην συζύγου. Του έδειξα τις εξετάσεις και συμφώνησε να την αναλάβει εκείνος αποκλειστικά. Μου είπε όλη την αλήθεια, όπως ήθελα εγώ κι όπως όφειλε εκείνος. "Εάν είναι τυχερή, θα διηθήσει ο καρκίνος τον εγκέφαλο και θα πεθάνει χωρίς να ταλαιπωρηθεί πολύ", ήταν το καλύτερο που είχε να μου πει. "Εάν δεν είναι τυχερή γιατρέ;" ρώτησα εγώ, για να πάρω ως απάντηση μια σιωπή, συνοδευόμενη από ένα πολύ εύγλωττο κούνημα του κεφαλιού...
Αυτό το τελευταίο, ήταν το μόνο που δεν θα ήθελα και δεν θα έπρεπε να μάθει ποτέ η μάνα μου, ούτε και για μένα θα ήθελα κάτι τέτοιο, εάν ο μη γένοιτο βρισκόμουν ποτέ στην ίδια θέση. Γύρισα σπίτι, της εξήγησα τη σοβαρότητα της κατάστασης, εκτός από τα παραπάνω φυσικά, και αποφασίσαμε να το παλέψουμε μαζί, μέχρι το τέλος. Είχε πολύ κουράγιο εκείνη η γυναίκα...
Να μην πολυλογώ, καθώς χάνομαι στις παράξενες ατραπούς σκοτεινών αναμνήσεων, που χωρίς να το θέλω αναδύονται και μου σφίγγουν το στομάχι σαν τανάλια, το παλέψαμε μέχρι τελικής πτώσης. Εκείνη είχε να σηκώσει το βάρος των πόνων, των εξετάσεων, της χημειοθεραπείας και των παρενεργειών της, των ναρκωτικών. Σε μένα έμενε το βάρος της φρικτής πρόγνωσης, εκτός από το να βλέπω τον μεγαλύτερο φόβο μου να έρχεται κοντά μέρα με τη μέρα. Κάτι έπρεπε να σηκώσω κι εγώ, δεν ήταν δυνατόν να τα φορτώσω όλα επάνω της.
Ποιο ήταν άραγε το κέρδος από την μικρή αυτή απόκρυψη της άτεγκτης αλήθειας; Η ελάχιστη ελπίδα που διατηρούσε μέσα της, την οποία φρόντισα να καλλιεργώ κι εγώ, την έκανε να στέκεται στα πόδια της μέχρι την τελευταία της στιγμή, να παλεύει, με νύχια και δόντια ν' αντέξει το σταυρό της δοκιμασίας της. Στο ενδιάμεσο κι ενώ είχε ήδη πάθει μια ακράτεια ούρων, λόγω νευρολογικών βλαβών που προκαλούσε ο καρκίνος, ρώτησε έναν γιατρό του εν λόγω νοσοκομείου εάν θα της περνούσε η βλάβη αυτή, ΟΤΑΝ γινόταν καλά από τον καρκίνο (!!). Εκείνος βρέθηκε να είναι και πάλι της αγγλοσαξωνικής κατά πώς φαίνεται σχολής και της είπε ωμά πώς όχι, θα ζούσε για πάντα με τον καθετήρα. Ε, αυτό τη λύγισε. Αντέδρασε χειρότερα κι από όταν έμαθε πως πάσχει από την επάρατο. Της αφαίρεσε ο ανόητος την ισχνή κλωστή κουράγιου που την κρατούσε στη ζωή, τη θέληση για να παλέψει. "Βρε ηλίθιε", είπα μέσα μου, "δουλεύεις στο αντικαρκινικό νοσοκομείο κι αντιμετωπίζεις καθημερινά τέτοια περιστατικά. Βλέπεις μια γυναίκα που ελπίζει, σε ρωτάει τι θα γίνει παρακάτω ΟΤΑΝ θα γίνει καλά. Τι νόημα είχε να της πεις αυτήν την αλήθεια στη δεδομένη στιγμή;". Παραλίγο να μου τα καταστρέψει όλα, την ψυχολογική υποστήριξη, την παραμυθία εάν θέλετε.
Η μάνα μου έπεσε στο κρεβάτι μόλις μία ημέρα πριν φύγει για πάντα. "Πέθανε με τις μπότες της", όπως θα έλεγαν και οι Αμερικάνοι. Τελικά, συνέβη εκείνο το σενάριο που μου προέβλεψε ο φίλος γιατρός, του τι θα συνέβαινε "εάν ήταν τυχερή". Σκέφτομαι, χωρίς ωστόσο να μπορώ να το στοιχειοθετήσω, ότι εκείνο το μικρό ψέμα, το βάρος του σταυρού που κράτησα για τον εαυτό μου, έπαιξε τεράστιο ρόλο σε τούτη την εξέλιξη. Δεν πιστεύω και τόσο στην τύχη. Έτσι κι υπό το βάρος τούτων των εμπειριών, ψήφισα στη δημοσκόπηση ότι ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει μόνο όσα χρειάζονται...