Αχ βρε κορίτσια, εεγγ΄΄ώ εεμμένννα δηλλλαδδή, μουυυ συυννέβη τττο εξξής.
ΤΤηννν εεείχχχα γνννωρρίισει όοοοότταν εείμουν παιιιδδδί.
ΠΠρίιίν λλίγγγο κκαιρρό, ττην ξξαννάδα κκκαι μμου ΄΄έκκαννε κκλλίκ.
ΩΩσππου νννα σσυννν΄΄ελλθωω, π΄΄άει η βδδομμάδα. Αχ η ρημάδα.
Φορτσσάρησσα κκαι ττην άλλλλη ββδδομάδδα, απποφφάσσσισα ννα ττης ππιάσσω τττο χχέρι.
Ωωώσπου να ττα κατταφφέρω απ ο την πππάρκκισσον, ππάει και η άλλλη βδομμάδα.
ΤΤτο πππάθθθθος μμμμοοοου φφφοούνντωνννε εείχχα γγίνννει μπουρλλότοοο.
Ομμμως κκαθθώς κκόντευυα να τα καταφέρω. Νάσου εκκκεείννα τα μαλλλιά ττης ππου σστοον ΄΄άνεεμο γγγιιομμάτττα μμε ττης αμμυυγδδαλιιάς ττα άννθη (της το τραγουδούσα καποτε) μμου χχττύππησε οο σσκληρός μμου. Και το χέρι κκκααι τα μααλλι΄΄΄΄α ττης ααάρχχισσα να χχτυππάωω πππειρράκκια.
ΚΚαλλά πουυ ο φφίλλος μμου ο Ν΄΄ώνντας, ππου του ΄΄εέλεγα να μας γνωρρίσει κκαι να ππει καμμιά κκαλή κουβέντα, πππερννούσσε ξξεχχασμμένος (γιατι ποτέ δεν περνά απο αυτό τον δρόμο) σκκκόννταψε και μμμε το μμπαστοούνι του μμου έββαλε ττρικκλοποδιά.
Ω του θάματος, τις έπιασα το χέρι, τα κατάφερα! Μη με ρωτάτε σε πόσο καιρό! Εχασα τον λογαριασμό. Και τότε θυμήθηκα κάτι.
Γνωρίστηκαν όταν ήτανε παιδιά, ξαναειδωθήκαν γέροι.
Και τότε για πρώτη του φορά, της έπιασε το χέρι.
