Ξέρεις ποιο είναι το αστείο Μιτενγουάλντ; ...
Ο φόβος της επαφής και η αντιστροφή του
Τίποτα δεν φοβάται ο άνθρωπος περισσότερο από το άγγιγμα του άγνωστου. Θέλουμε να βλέπουμε αυτό που απλώνει να μας αγγίξει, θέλουμε να το αναγνωρίζουμε ή τουλάχιστον να μπορούμε να το κατατάξουμε. Παντού ο άνθρωπος αποφεύγει την επαφή με το Ξένο. Τη νύχτα ή, γενικότερα, στο σκοτάδι, ο τρόμος μιάς αναπάντεχης επαφής μπορεί να φτάσει ως τον πανικό. Ούτε καν τα ρούχα δεν μας δίνουν αρκετή σιγουριά: πόσο εύκολο είναι να σκιστούν, πόσο εύκολο είναι ο επιτιθέμενος να φτάσει ως τη γυμνή, λεία, ανυπεράσπιστη σάρκα του θύματος.
Όλες οι αποστάσεις που έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος γύρω του υπαγορεύτηκαν απʼ αυτόν τον φόβο της επαφής. Κλειδαμπαρωνόμαστε μέσα στα σπίτια στα οποία απαγορεύεται η είσοδος σʼ όλους, μόνον έτσι νοιώθουμε κάποια σφάλεια. Ο φόβος για τον διαρρήκτη δεν οφείλεται μόνο στις ληστρικές του προθέσεις, είναι επίσης φόβος για το ξαφνικό, αναπάντεχο άγγιγμά του μέσα στο σκοτάδι. Το χέρι, στη χειρονομία που το κάνει να μοιάζει με αρπάγη, χρησιμοποιείται πάντα ως σύμβολο αυτού του φόβου… Αυτή η απέχθεια για την επαφή δεν μας εγκαταλείπει ούτε όταν βρισκόμαστε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους. Ο τρόπος που κινούμαστε στο δρόμο, ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, σε εστιατόρια, λεωφορεία και τραίνα, υπαγορεύεται απʼ αυτόν το φόβο. Ακόμα κι εκεί που στεκόμαστε πολύ κοντά σε άλλους, όταν μπορούμε να τους κοιτάζουμε και να τους περιεργαζόμαστε πολύ καλά, όσο είναι δυνατόν αποφεύγουμε την επαφή μαζί τους. Όταν κάνουμε το αντίθετο, αυτό σημαίνει πως κάποιος μας άρεσε, και τότε η προσέγγιση γίνεται από μόνη της.
Η βιασύνη μας να ζητήσουμε συγνώμη για ένα αθέλητο άγγιγμα, η ένταση με την οποία περιμένουμε να μας ζητήσουν συγνώμη για τον ίδιο λόγο, η βίαιη και μερικές φορές χειροπιαστή μας αντίδραση, όταν αυτό δεν συμβεί, η απέχθεια και το μίσος που νοιώθουμε για τον «φταίχτη», ακόμα κι όταν δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι είναι αυτός, όλο αυτό το σύμπλεγμα στο άγγιγμα με το Ξένο, με την ακραία του κινητικότητα και το ευερέθιστο, αποδεικνύει ότι εδώ πρόκειται για κάτι βαθύ, πάντα ζωντανό και πάντα επικίνδυνο, κάτι που δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο από τη στιγμή που έχει θέσει τα
όρια της προσωπικότητάς του.
Μόνον η μάζα μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο απʼ αυτόν τον φόβο της επαφής. Είναι η μοναδική κατάσταση στην οποία αυτός ο φόβος μεταστρέφεται στο αντίθετό του. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε την
πυκνή μάζα, όταν το ένα σώμα είναι σφιγμένο πάνω στʼ άλλο, μάζα πυκνή και ως προς τη ψυχική της διάθεση, έτσι ώστε να μην προσέχουμε ποιος είναι αυτός που μας «στριμώχνει». Μόλις παραδοθούμε στη μάζα, δεν φοβόμαστε πια την επαφή μαζί της. Στην ιδανική περίπτωση της μάζας, ο καθένας νιώθει ίδιος με τους άλλους. Καμία διαφορά δεν μετράει, ούτε και η διαφορά των φύλων. Αυτός που μας στριμώχνει είναι σαν τον ίδιο τον εαυτό μας. Τον νιώθουμε όπως νιώθουμε τον εαυτό μας. Ξαφνικά τη στιγμή εκείνη όλα γίνονται όπως στο εσωτερικό ενός και μόνου σώματος. Ίσως αυτός είναι ένας λόγος που η μάζα προσπαθεί να πυκνώσει όσο περισσότερο μπορεί: θέλει να απαλλαγεί όσο πιο απόλυτα γίνεται από τον φόβο της επαφής των μεμονωμένων ατόμων. Όσο πιο δυνατά σφίγγονται οι άνθρωποι ο ένας με τον άλλο, τόσο πιο ασφαλείς αισθάνονται, τόσο λιγότερο φοβούνται ο ένας τον άλλο. Αυτή η αντιστροφή του φόβου της επαφής είναι χαρακτηριστικό της μάζας. Η ανακούφιση που απλώνεται μέσα στη μάζα…φθάνει σʼ έναν αξιοσημείωτο βαθμό, όταν η μάζα φτάνει στη μεγαλύτερη πυκνότητά της.
Πηγή: Μάζα και Εξουσία- Ελία Κανέττι- Εκδ. Ηριδανός- Αθήνα 1971, σελ. 11