Ένα περιστατικό που δεν ενδιαφέρει κανέναν, γιʼ αυτό και θα το πω:
Πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς στην Α΄ Λυκείου (νομίζω

) και μετά τα καλωσορίσματα και τις καλές προόδους, μια βόλτα στο βιβλιοπωλείο εκεί δίπλα. Μου τράβηξε το ενδιαφέρον ένα βιβλίο του Έκο με σημειώματα. "Το καλό ρολόι δεν λέει την ώρα" έλεγε, αναρωτιόταν τι μπορεί να σημαίνουν 2-3 γόπες σʼ ένα τασάκι κι άλλα τέτοια, στα οποία αφιέρωνε σελίδες.
Μʼ άρεσε έτσι όπως έγραφε –δεν μπορούσα να πω- αλλά μια αμφιβολία με βάσταγε να τ΄ αγοράσω. "Κάτι θα ξέρει παραπάνω ο Έκο να το πάρεις", μουʼ πε ο μουσάτος βιβλιοπώλης χτυπώντας με τρυφερά στην πλάτη. Κι είχε δίκιο.
Πήγα και το βόλεψα στο ράφι για όταν.
Την άλλη μέρα ξαναπέρασα από το βιβλιοπωλείο. Έπιασα να διαβάζω την "Εαρινή Συμφωνία". Μόνο που δεν με πήραν τα κλάματα.

Πήγα στο ταμείο κατευθείαν, σίγουρος. Α, Ρίτσος! Αναφώνησε ο γιος του μουσάτου. Εαρινή Συμφωνία του αντέτεινα σαν να τον διόρθωνα και συνέχισα. Ρε συ Γιάννη, άλλα όμως δεν λέει ο Ρίτσος; Τι άλλα ρε; Ρίτσος δεν γράφει απʼ έξω; Ρε πλάκα μου κάνεις, έλα γιατί έχω και δουλειά". Το πήρα κι έφυγα. Και καθώς διάβαινα την πόρτα, πρόσεξα τον μουσάτο που παρακολουθούσε τη συζήτηση να με κοιτάει χαμογελώντας αινιγματικά, σαν να θυμήθηκε.
Κάτι θα ξέρει παραπάνω ο βιβλιοπώλης σκέφτηκα, και έδωσα σημασία στο δρόμο μου.
Πέρασε ο καιρός και το βιβλίο το χάρισα σε μια συμμαθήτρια που ήμουνα τσιμπημένος μαζί της.

Είχα βάλει μια αυτοκόλλητη ετικέτα από κείνες με τις γραμμές να συμπληρώσεις όνομα μαθητή και τάξη. "Σʼ ευχαριστώ μου είπε εκείνη, ωραίο φαίνεται, ποιανού είναι;
Άνοιξε το και θα Δεις."
Από το μπ4, όση ώρα γράφω, διάλογος κολλημένος -από των Στέρεο Νόβα το
6:00 π.μ., γίνεται κορδέλα που ξετυλίγεται:
-Τι ώρα είναι;
-Κοίτα το ρολόι.
Κι αναρωτιέμαι:
Εσύ τι ρολόι έχεις;
Και μετά από τόσα χρόνια, κατευθύνομαι στο ράφι κι ανοίγω μια σελίδα του Eco: "Το καλό ρολόι δε λέει την ώρα" και διαβάζω "Το καλοόο ρολοοόοι δεν λέεεει την ωωώ……."
Αυτό είναι για μένα, η τέχνη της ζωής να μας ξυπνάει από το άτεχνο του χωρίς επίγνωση θανάτου μας...