Το μωρό που σκάρωνε φάρσες
Η Μαία ήταν η μικρότερη από τους Τιτάνες. Της άρεσε να μαζεύει λουλούδια κι όλο γελούσε και τραγουδούσε. Γι' αυτό και οι θεοί την αγαπούσαν. Πιο πολύ όμως την αγαπούσε ο Δίας. Την παντρεύτηκε λοιπόν κρυφά, κι επειδή η Μαία ζούσε σε μια σπηλιά στο μακρινό όρος Κυλλήνη, η Ήρα δεν την ανακάλυψε.
Σε λίγο καιρό, η Μαία γέννησε ένα αγοράκι που το ονόμασε Ερμή. Ο Ερμής έμοιαζε πολύ με τη μητέρα του: του άρεσε πολύ να γελάει και ήταν το πιο χαρούμενο και ζωηρό μωρό στον κόσμο. Ήταν επίσης και πολύ έξυπνο και του άρεσε να στήνει φάρσες στους θεούς. Μόλις γεννήθηκε, σηκώθηκε από την κούνια του, βγήκε από τη σπηλιά και έτρεξε στα λιβάδια της Αρκαδίας, όπου έβοσκε ο Απόλλωνας τα λευκά βόδια του. Ο Απόλλωνας ήταν ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο και σιγοτραγουδούσε ευτυχισμένπς.
"Χε, χε!" κρυφογέλασε ο Ερμής. "Τι θα πάθει άραγε ο Απόλλωνας αν χάσει τα καλύτερα βόδια του χωρίς να μπορεί να βρει πουθενά τα ίχνη τους;"
Χώθηκε λοιπόν μέσα στα λουλούδια και πλησίασε τα πενήντα παχύτερα βόδια.
"Σσστ!" τους έκανε, καθώς κάλυπτε τις οπλές τους με λεπτές φλούδες από τον κορμό των δέντρων και έδενε στην ουρά τους άχυρα για να σβήνουν μόνες τους τα ίχνη τους. "Ελάτε" ψιθύρισε. "Ακολουθήστε με!"
Στο δρόμο για τη σπηλιά της Μαίας, ο Ερμής πείνασε, κι έτσι έκατσε κι έφαγε δυο βόδια. Έπειτα έφτιαξε με το καβούκι μιας χελώνας που βρήκε μπροστά του και με τα έντερα των βοδιών μια λύρα. Ήταν η πρώτη λύρα στον κόσμο κι ο Ερμής ένιωσε πολύ χαρούμενος όταν άκουσε τον ήχο που έβγαζε.
Όταν έφτασε στη σπηλιά, έκρυψε τα βόδια στο δάσος και γύρισε στην κούνια του.
"Κατεργαράκο!" ψιθύρισε η Μαία από το κρεβάτι της. "Που ήσουν όλη μέρα;" αλλά ο Ερμής κοιμόταν βαθιά και δεν την άκουσε.
Άλλωστε, είχε φάει πάρα πολύ και είχε βαρυστομαχιάσει.
Το βραδάκι ήρθε ο Απόλλωνας έξω από τη σπηλιά κι άρχισε να φωνάζει:
"Που τα πήγες τα βόδια μου; Ξέρω πως μου τις έκλεψες.... Που είναι;".
Ο Ερμής όμως δεν του απαντούσε, αλλά του έκανε χαρούλες, όπως κάνουν τα μωρά.
Ο Απόλλωνας θύμωσε πολύ.
"Μη με κοροιδεύεις εμένα!" είπε κι αμέσως τον έπιασε και τον πήγε στον Όλυμπο, όπου συγκάλεσε έκτακτο συμβούλιο των θεών. "Αυτό το μωρό έκλεψε τα βόδια μου και δε μου λέει που τα έχει κρύψει!" είπε ο Απόλλωνας μόλις συγκεντρώθηκαν οι θεοί.
Όλοι τον κοίταξαν έκπληκτοι κι έπειτα έβαλαν τα γέλια. Ήταν τόσο αστείο! Ένα μωρό απειλούσε το θεό του φωτός!
"Μην κάνεις έτσι, Απόλλωνα" είπε ο Δίας, που είχε δακρύσει από τα γέλια. "Θα σ'τα δώσει πίσω. Κι εσύ μικρέ" είπε στον Ερμή "πες του που τα έκρυψες!"
Ο Ερμής υπάκουσε στη διαταγή του Δία κι έφυγε αμέσως με τον Απόλλωνα για τα δάση της Αρκαδίας. Στο δρόμο έδειξε στον Απόλλωνα τη λύρα που είχε φτιάξει, κι αυτός ενθουσιάστηκε γιατί αγαπούσε τη μουσική πολύ περισσότερο από τα βόδια. Κι αυτή η λύρα έβγαζε έναν καταπληκτικό ήχο!
Του πρότεινε λοιπόν να κρατήσει τα βόδια και σαν αντάλλαγμα να του δώσει τη λύρα.
Ο Ερμής δέχτηκε με χαρά.
Ο Δίας χάρηκε πολύ με τις ικανότητες του γιου του και τον έκανε αγγελιοφόρο των θεών. Του έδωσε κι ένα ζευγάρι φτερωτά σανδάλια, ένα μαγικό φτερωτό καπέλο κι ένα μανδύα που τον έκανε αόρατο.
Ο Ερμής δεν ξανάκλαψε από τότε. Αλλά ποτέ δε σταμάτησε να κάνει φάρσες στους θεούς και να γελάει με τα παθήματα τους........
Πηγή