Ετυμολογική ανάλυση από τη Φρικηπαίδεια:
Χέζω (ρήμα)
Η μόνη λέξη με σκατά που δεν ξεκινάει από "Σ", αναφέρεται στην πράξη του αφοδεύματος, σε αντίθεση με την αποβολή αερίων. Επίσης, χρησιμοποιείται στην διεύρυνση αμοιβαίων δεσμών, το οποίο αποδυκνύεται κι από τη φράση "χέσε μας!", σαν προϊόν γραφής από τη φράση "σ' έχω χεσμένο!" και σαν ορεκτικό από τη φράση φάε σκατά.
Σκάτωμα (αποτέλεσμα)
Σύμφωνα με το Μπάμπινιώτειον λεξικόν, το σκάτωμα (του ρήματος 'σκατώνω', μεταβατικό και μη) μπορεί να σημαίνει:
Το πασάλειμμα ενός οποιουδήποτε χώρου ή αντικειμένου με τη χημική ουσία του σκατού.
Το να κάνεις κάτι εντελώς λάθος, δηλαδή "σκατά", π.χ. "ρε μαλάκα, δεν μπαίνουν έτσι τα καλώδια στην μπρίζα! Τα σκάτωσες!"
Σκατένιος (χρώμα, ποιότητα, γεύση)
Αυτός που έχει το καφέ του Σκατού (εναλλακτικά: 'σκατί'). Η λέξη χρησιμοποιείται ενίοτε ως αντίθετο του χρυσαφένιου, πχ "σκατόψαρο" αντί για "χρυσόψαρο"
Αυτός που είναι χαλασμένος, ή δεν λειτουργεί σωστά, π.χ. '"παράτα τα σκατένια τα Windows και βάλε Mac ή Λίνουκς!"
Ως χρώμα ματιών. πχ "Ωωω Ευγενία, το μωρό σου έχει πανέμορφα σκατουλί μάτια . Φτου φτου μην το ματιάσω"
Ως υποτιμητική πράξη διατροφής πχ: "Πάρε μια κουράδα!", "Γι' αυτό φάτε σκατά!", "Να φας σκατά πούστη!"
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 6 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.