Αλλο ενα του Νικου Καζαντζακη, το "Συμποσιον" ,στο οποίο ο συγγραφέας μας παρουσιάζει δικά του βιώματα από την παιδική του ηλικία, σχέσεις με τον πατέρα του αλλά και από την ενήλικη ζωή του. Μέσα απ΄ αυτό το έργο εμείς μπορούμε ν΄ αναλύσουμε την προσωπικότητα του συγγραφέα και να τον γνωρίσουμε καλύτερα.
Στο Συμπόσιον του Καζαντζάκη πέρα από το Υπαρξιακό και το Θείο που διαπραγματεύεται, κυρίαρχη θέση κατέχει η προσπάθεια του συγγραφέα να ζωντανέψει μέσα του αλλά και να εκφράσει τις παιδικές μνήμες που έχει από τον πατέρα του και το περιβάλλον του.
Αποσπασματα:
“ Η φυγή δεν είναι νίκη, τ’ όνειρο είναι τεμπελιά και μόνο το έργο μπορεί να χορτάσει την ψυχή και να σώσει τον κόσμο”.
“Οι τέσσερεις φίλοι, που ύστερα από χρόνια σήμερα σμίγανε, ένιωθαν απ’ το πρωί ταραχή και δυσφορία ανάμεσό τους: οι ορμές που, απρόσωπες κι αμέστωτες ακόμα, τους ένωναν, παιδιά, με τον καιρό κλαδεύτηκαν, καθένας κράτησε διαφορετικές και τραχύναν μεστώνοντας ‘’
“Το ξέρω, καθένας μετουσιώνει με τον εδικό του ξέχωρο τρόπο την πρόσκαιρη ζωή˙ όμως καλό ‘ναι να εξομολογούμαστε τον αγώνα μας να φανερώνομε τη μέθοδο της εδικής μας ψυχής και να σημαδεύομε τη νέα μας ελπίδα. Έτσι οι όμοιες ψυχές θα συντομέψουν την αγωνία τους κ’ οι άλλες θα πολεμήσουν να βρουν με πιότερο πείσμα την εδική τους λύτρωση. Μα όλες μαζί, χωρίς όλες να το νιώθουν, με την άθληση, με τις εφήμερες κι ολοένα δυσκολότερες νίκες, με τις ανανεούμενες ελπίδες -θέλοντας και μη- ανεβαίνουν το Όρος του Θεού. ”
Αυτόματη ένωση συνεχόμενων μηνυμάτων: 14 Φεβρουαρίου 2021
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αλλο ενα του Ν.Καζαντζακη,το "Οφις και Κρινο",είναι το πρώτο βιβλίο του,το οποιο ειναι ενας ύμνος στο πάθος και τον έρωτα, που οδηγεί στην τρέλλα και τον θάνατο. . .
Αποσπασματα:
"Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και το ’ξερα πως θα ’λθεις. Και Σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γη τον χειμώνα παγωμένη κι έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου. Στο διάβα Σου ανοίγονται κι ανθούν κι ευωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω από τα πόδια Σου φυτρώνει και χαμογελά το χρώμα της ελπίδας. Η αναπνοή Σου θερμή και παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω από την ψυχή μου και ξυπνούν από τη νάρκη των ανέρωτων χειμώνων τα όνειρά μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σου χαμογελούν. Το ’ξεραν πως θα ’λθεις. Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Εσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια, βασίλισσα μέσα στην ψυχή μου.
Αγάλια, αγάλια προχωρείς μές στην ψυχή μου με την περηφάνεια των ρόδων και τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών μενεξέδων. Κι ένα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί μου. Το νοιώθω – είσαι η Άνοιξη Εσύ, ω Εκλεχτή κι Ευλογημένη, και είμαι εγώ η γη, η μεγάλη και ακόλαστη μητέρα – που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει."
Εκείνος ήταν ο
Όφις κι εκείνη το
Κρίνο (
– είχα ζωγραφίσει ένα πελώριο κρίνο κομένο και ριμένο άσπλαχνα σ’ ένα παράξενο με μύριους ελιγμούς ποτάμι. Και σήμερα βλέπω – δεν είναι ποτάμι, αλλά ένας όφις πελώριος που τρέχει κάπου εκεί πέρα, με μύριους ελιγμούς, και κρατεί στο στόμα του ένα ώμορφο, πελώριο κρίνο
…Ω Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεται η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης – σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.
Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είναι τα μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρά μου ντυμένα στα γιορτάσιμα που εξεκίνησαν από το νεκροταφείο κι εδιάβηκαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τον Βράχο τον Ιερό…
Ω μην κλεις τα μάτια Σου όταν Σε φιλώ. Θέλω να ιδώ τι λένε οι άγγελοι την ώρα που κατεβάζεις τα βλέφαρα φορτωμένα από φιλιά και πως ναυαγούν και σπούνε τα καράβια στην τρικυμιά την άγρια που σηκώνει στα μάτια Σου η καταιγίδα των επιθυμιών μου.
Μιά μεγάλη έρημος κι ο ήλιος εβασίλευεν ολοκόκκινος κι αιμάτωνε τον ουρανό. Κι ένας όφις πελώριος ξετυλισσόταν κι έτρεχεν απάνω στην άμμο. Και στο στόμα του που έτρεχεν φαρμάκι κρατούσε κι εχάϊδευε κι εδάγκωνε ένα μικρό, κάτασπρο και μαραμένο κρίνο.
Αυτόματη ένωση συνεχόμενων μηνυμάτων: 14 Φεβρουαρίου 2021
--------------------------------------------------------------
Αλλο ενα του Ν.Καζαντζακη,το "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται",στο οποιο έδειχνε τις αμαρτωλές αδυναμίες των ιερέων….για το οποιο ειπωθηκε απο τον Τόμας Μανν "Ιδίως θαύμασα την ποιητική διακριτικότητα στη διατύπωση των, λεπτών αλλά αλάθευτων, νύξεων στην ιστορία του Χριστιανικού Πάθους. Δίνουν στο βιβλίο το μυθικό υπόβαθρό του, το οποίο αποτελεί ένα τόσο ζωτικό στοιχείο στη σημερινή επική φόρμα..." ,
συγκλονιστικο θα ελεγα με εναν τροπο μοναδικο της αναπαράστασης του θείου Πάθους.
Αποσπασματα:
– Πώς πρέπει ν’ αγαπούμε τον Θεό, γέροντά μου; ρώτησε.
– Αγαπώντας τους ανθρώπους, παιδί μου.
– Και πώς πρέπει να αγαπούμε τους ανθρώπους;
– Μοχθώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο.
– Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;
– Ο ανήφορος»
Τι είναι η αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας.
Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ κι εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι...
Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς, ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις και να μην το βάνεις κάτω!
Αν ήταν να με ρωτούσαν ποιος δρόμος πάει στον ουρανό, θ’ απαντούσα: ο πιο δύσκολος.
Μεγάλη κολυμπήθρα τα δάκρυα, παιδί μου…
Θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό. Και θα τον βρούμε, όχι όπως τον παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο, που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια σύννεφα και προστάζει. Μα σα μικρή φωνή που τινάζεται από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο.
Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι, όταν μου τύχει ένα καλό, μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν πλακώσει η δύσκολη ώρα! Γιατί λέω: τώρα θα δείξεις, παπα-Φώτη, αν είσαι άντρας αληθινός ή κουνέλι.
Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται ολάκερος ο Θεός
Ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος.
Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.
Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε
Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά.
Η αιωνιότητα είναι ποιότητα, δεν είναι ποσότητα, αυτό είναι το μεγάλο, πολύ απλό μυστικό.
Αν μια γυναίκα κοιμηθεί μόνη, ντροπιάζει όλους τους άντρες.
Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.
Αν μπορείς κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει.
Τα τετραθέμελα του κόσμου τούτου: ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα.
Tι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο.
Η φυγή δεν είναι νίκη, τ” όνειρο είναι τεμπελιά, και μόνο το έργο μπορεί να χορτάσει την ψυχή και να σώσει τον κόσμο.
Η ζωή όλη είναι μια φασαρία. Μόνο ο θάνατος δεν είναι. Η ζωή είναι όταν λύνεις το ζωνάρι σου και ζητάς φασαρίες.
Δεν τον φοβάμαι το Θεό, αυτός καταλαβαίνει και συχωρνάει. Τους ανθρώπους φοβάμαι. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν.
Tίποτα γενναίο δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάμει στον κόσμο, αν δεν υποτάξει τη ζωή του σ” έναν Αφέντη ανώτερό του.
Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει.
Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…
Η ευτυχία απάνω στη γης είναι κομμένη στο μπόι του ανθρώπου. Δεν είναι σπάνιο πουλί να το κυνηγούμε πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό μας. Η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας.
Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο -ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο.
Κάθε Έλληνας που δεν παίρνει, ας είναι και μια φορά στη ζωή του, μια γενναία απόφαση, προδίνει τη ράτσα του.
Μια γυναίκα πρέπει να την αγαπάς τόσο πολύ που δεν θα της περάσει καν η ιδέα πως κάποιος άλλος θα την αγαπήσει ποτέ περισσότερο.
Αν μια γυναίκα κοιμηθεί μόνη, ντροπιάζει όλους τους άντρες.
Εύκολο να θυσιάσεις στο Θεό το τίποτα, δύσκολο να θυσιάσεις τα πάντα.»
Ο Χριστός είναι παντού, τριγυρίζει απόξω από το χωριό μας, χτυπάει την πόρτα μας, στέκεται και ζητιανεύει απόξω από την καρδιά μας. Φτωχός, πεινασμένος, άστεγος είναι ο Χριστός..
λόγια του Μανολιού
Σαν το κρασί ’ναι κι ο Χριστός. Όμοια ανοίγει κι αυτός την καρδιά των ανθρώπων και μπαίνει ο κόσμος όλος. Όμοια θ’ ανοίξει και τον Παράδεισο να μπουν οι αμαρτωλοί.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αλλο ενα του Ν.Καζαντζακη το "Ο φτωχουλης του Θεου", στο οποιο υπερβατικό πορτραίτο του φλογερού και φυσιολάτρη Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης με αληθειες του ιδιου του συγγραφεα
Αποσπασματα:
"
(…) Για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει κι επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου, ανώτερο κι από την ηθική κι από την αλήθεια κι από την ωραιότητα: να μετουσιώνει την ύλη που του εμπιστεύθηκε ο Θεός και να την κάνει πνέμα. (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)"
Είπα στη μυγδαλιά: "Αδερφή, μίλησέ μου για το Θεό". Κι η μυγδαλιά άνθισε.
Πολλές φορές, δοξάζω το Θεό, την είχα χαρεί την αρχόντισσα πολιτεία· μα απόψε ήταν άλλο πράμα η Ασίζη, αγνώριστη· τι ήταν το θάμα ετούτο, πού βρίσκουμουν; Τα σπίτια, οι εκκλησιές, οι πύργοι, το κάστρο έπλεχαν σ’ ένα κάτασπρο πέλαγο, κάτω από ένα μενεξεδένιον ουρανό, ανάερα. Την ώρα που έμπαινα, δειλινό, από την καινούρια καστρόπορτα του Άι-Πέτρου, το φεγγάρι καταστρόγγυλο, κατακόκκινο, πραγό σαν ήλιος αγαθός, ανάτελνε και χύνουνταν καταρράχτης γαληνός από το κάστρο αψηλά, από τη Ρόκα, στις στέγες των σπιτιών και στα καμπαναριά, πλημμύριζε τα στενορύμια κι έτρεχαν σα ρυάκια, ξεχείλιζε τους λάκκους με γάλα, και τα πρόσωπα των ανθρώπων έλαμπαν, σα να συλλογίζουνταν το Θεό. Στάθηκα συνεπαρμένος· ετούτη είναι η Ασίζη, έλεγα κι έκανα το σταυρό μου, σπίτια είναι ετούτα κι άνθρωποι και καμπαναριά, για μπας και μπήκα ζωντανός στην Παράδεισο; Άπλωσα τα χέρια μου και γέμισαν οι φούχτες μου φεγγάρι· ένα φεγγάρι πηχτό, γλυκό, σα μέλι· ένιωσα στα χείλια μου, στα μελίγγια μου, να τρέχει η χάρη του Θεού. Και τότε κατάλαβα· έσυρα φωνή· κάποιος άγιος θα πέρασε από δω χωρίς άλλο· νιώθω τη μυρωδιά του στον αέρα!
Αυτόματη ένωση συνεχόμενων μηνυμάτων: 14 Φεβρουαρίου 2021
-------------------------------------------------------------------------------------
Αλλο ενα του Ν.Καζαντζακη,ο "Τελευταιος Πειρασμος" στο οποιο ο συγγραφεας μιλαει για το Θεο,και συνιστα ενα φορο τιμης στο Χριστο και μια καταθεση ψυχης παραλληλα συγκλονιστικη,ενα απο τα κατεξοχην χαρακτηριστικα εργα του.
Αποσπασματα:
Αποσπάσματα από τον πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη
“Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο· η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό – ή πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτισθεί μαζί του· η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πηγές μεγάλες.
Από τη νεότητά μου η πρωταρχική αγωνία μου, από όπου πήγαζαν όλες μου οι χαρές κι όλες μου οι πίκρες, ήταν τούτη: η ακατάπαυτη, ανήλεη πάλη ανάμεσα στο πνέμα και στη σάρκα.
Μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες σκοτεινές δυνάμεις του Πονηρού· μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες φωτερές δυνάμεις τού Θεού· κι η ψυχή μου ήταν η παλαίστρα όπου οι δύο τούτοι στρατοί χτυπιούνταν κι έσμιγαν.
Αγωνία μεγάλη· αγαπούσα το σώμα μου, και δεν ήθελα να χαθεί· αγαπούσα την ψυχή μου, και δεν ήθελα να ξεπέσει· μάχουμουν να φιλιώσω τις δύο αυτές αντίδρομες κοσμογονικές δυνάμες, να νιώσουν πως δεν είναι οχτροί, είναι συνεργάτες, και να χαρούν, να χαρώ κι εγώ μαζί τους, την αρμονία.”
“Ποτέ δεν ακολούθησα με τόσο τρόμο την αιματωμένη πορεία του στο Γολγοθά, ποτέ δεν έζησα με τόση ένταση, με τόση κατανόηση αγάπη το Βίο και τα Πάθη τού Χριστού, όσο τις μέρες και τις νύχτες που έγραφα τον Τελευταίο Πειρασμό. Γράφοντας την εξομολόγηση ετούτη της αγωνίας και της μεγάλης ελπίδας του ανθρώπου ήμουν συγκινημένος τόσο που τα μάτια μου βούρκωναν· δεν είχα νιώσει ποτέ με τόση γλύκα, με τόσο πόνο να πέφτει στάλα στάλα το αίμα του Χριστού στην καρδιά μου.
Γιατί ο Χριστός, για ν' ανέβει στην κορυφή της θυσίας, στο Σταυρό, στην κορυφή της εξαϋλωσης, στο Θεό, πέρασε όλα τα στάδια του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Όλα, και γι' αυτό κι ο πόνος του΄μας είναι τόσο γνώριμος και τον πονούμε, κι η τελική νίκη του μας φαίνεται τόσο και δικιά μας μελλούμενη νίκη. O,τι είχε βαθιά ανθρώπινο ο Χριστός, μας βοηθάει να τον καταλάβουμε και να τον αγαπήσουμε και να παρακολουθούμε τα Πάθη του σαν να' ταν δικά μας πάθη. Αν δεν είχε μέσα του το ζεστό ανθρώπινο στοιχείο, δε θα μπορούσε ποτέ με τόση σιγουράδα και τρυφερότητα να αγγίξει την καρδιά μας· και δε θα μπορούσε να γίνει πρότυπο στη ζωή μας. Αγωνιζόμαστε κι εμείς, τον βλέπουμε κι αυτόν να αγωνίζεται και παίρνουμε κουράγιο· βλέπουμε, δεν είμαστε ολομόναχοι στον κόσμο, αγωνίζεται κι αυτός μαζί μας.·”
Αυτόματη ένωση συνεχόμενων μηνυμάτων: 14 Φεβρουαρίου 2021
----------------------------------------------------------------------------
Αλλο ενα του Ν.Καζαντζακη, οι "Σπασμενες Ψυχες", το πρωτο του μυθιστορημα το οποιο είναι έργο τέλεια αρνητικό. Όλα τα πρόσωπά του είναι σπασμένα."Και τους σακάτηδες αυτούς η Ζωή, καλύτερη διοργανωμένη ανθρώπινη αστυνομία, τους σαρώνει ένα πρωί όλους κι αφήνει τη θέση αδειανή για άλλους οργανισμούς πιο δυνατούς (ας είναι και πιο παχύδερμοι) και πιο προσαρμοσμένους στην αληθινή τριγύρω τους ζωή. »Βλέπετε ήτανε αδύνατο παρά αρνητικά να γραφούνε οι Σπασμένες Ψυχές. [...]» (Απόσπασμα από Σημείωμα του Νίκου Καζαντζάκη για το μυθιστόρημά του Σπασμένες Ψυχές, στον Νουμά τής 27.9.1909."
Αποσπασματα:
''Ο πολιτισμός δεν μπαίνει μέσα από τα κλειστά παράθυρα και δεν τρυπά τις κατεβασμένες κουρτίνες και δεν μπορεί ποτέ του να φτάσει και να μερώσει τα σώματα τα γυμνά.
Και μένει έτσι η ζωή αχαλίνωτη κ' ελεύτερη και ρίχνει κάτω και τσαλαπατά όλες τις χαρτένιες μάσκες της εξημέρωσης και του πολιτισμού κ' υψώνεται ως είναι: αμείλιχτη, σοβαρή και λαχανιασμένη.''
[...]" Αφηνέ με! Τα μπράτσα σου είναι πολύ μικρά και δε χωρεί μέσα τους η ψυχή μου. Άφηνέ με! Η ηρεμία σου κ' η υποταγή στενεύουν και πνίγουν τη ζωή μου. Και θέλω εγώ να φουρτουνιάσουνε τα νεύρα μου και να ορμήσει και να χυθεί σαν καταράχτης η ζωή μου εμένα".
"Εσύ με κοιμίζεις, εσύ με σέρνεις στην πνιχτικιάν ηρεμία του σπιτιού και ζώνεις μου το μέτωπο με το στενό σιδερένιο στεφάνι της φριχτής μετριότητας. Όχι! Όχι! Ό, τι κι αν λές, θα πνίγει με πάντα η αηδία των νοικοκυρίστικων κατωφλιών κ' οι πόρτες οι διπλομανταλωμένες που φυλακίζουν και σκλαβώνουνε τα όνειρα και γυροτραφίζουνε με αψηλούς τοίχους, με κληματαριές και με νούμερα, κοπάδια κοπάδια τις ζωές!... "
" Τι κρίμα να 'χουνε μάτια κ' οι τρεις και να μη βλέπουν! Ήτανε η ζωή. Κανένας τους δεν την είδε. Ήτανε η Ζωή. Η Ζωή που τα διαφεντεύει όλα και δεν είναι μήτε χαρά, μήτε πόνος, μήτε ηλικία μήτε ανήθικη, μήτε μέρα εργασίας, μήτε και μέρα γιορτής - μόνο είναι όλα μαζί, αρμονία από χιλιάδες, χιλιάδες φωνές! Κι ο αέρας όλος αντιλαλεί πάντα του σα λαμπριάτικη καμπάνα, μέσα στην πυρά του μεσημεριού, μέσα στο γάλα του φεγγαριού, από τις κορφές των βουνών ως τις ρίζες της θάλασσας:[...]"
"[...] Τι παράξενες κωμικές κινήσεις θα κάνομε και πως θα υψώνομε απελπισμένα τα χεράκια μας και θα χτυπούμε με αγανάκτηση τα καρτονένια ποδαράκια μας και πόσο μικροσκοπικοί θα κυκλοφορούμε με τ' αψηλά καπέλα μας και τις πελώριες φιλοδοξίες μας στην άκρη της θάλασσας και στα πόδια των βουνών! Ενώ αποπάνω μας τα άστρα σωπαίνουνε και τρέμουνε, λές και ξέρουνε αυτά από που έρχονται και που πηγαίνουν. "
'' Τα σοφά κεφαλάκια ξοδέψανε τη γλυκιά νιότη αλάκαιρη, ασκητέψανε τα ομορφότερα χρόνια της ζωής, και σκύφτανε και σκύφτανε, κατάμαυρα στην αρχή, κ' ύστερα κάτασπρα, σκύφτανε τα σοφά κεφαλάκια κ' επιτέλους βρήκανε πως δεν είναι δυνατό να βρούνε τίποτα.''
''Μ' αρέσεις γιατί μέσα στους τόσους κορεσμένους κ' εκφυλισμένους στο Παρίσι, εσύ μόνο έχεις το φεγγερό αγκάθινο στεφάνι ενός ιδανικού. Τα μάτια σου δε σβήσανε εσένα ακόμα, καίνε από την πίστη, από τα όνειρα και τις ορμές.''
'' Διαβαίνανε ήσυχοι[...]και δεν τρέχανε να πάνε γρήγορα στο σπίτι και να δαγκοφιλήσουν τα χείλια αυτά, που αύριο θα δίνουνται σε άλλον, που μεθαύριο θα δίνουνται στο χώμα και θα σαπίζουν.''
'' Α! Φοβούμαι θα τρελαθώ! Η λογική λέει: Bάλε φράχτες δεξά και ζερβά στα μάτια σου και σκύψε κάτω από το ζυγό και γύριζε μερονυχτίς κοντοδεμένος στο στενοσύνορο κύκλο της ζωής -σαν το άλογο στο μαγγανοπήγαδο. Μην υψώνεις το μέτωπο και μη ρωτάς! Α! Το ξέρω! Μα δεν μπορώ! Θα σηκώσω το μέτωπο και θα σηκώσω το χέρι, όχι ανοιχτό σα ζητιάνος μα σφιγμένο σαν εκδικητής, και θα ρωτήσω τη Μοίρα -τη Μοίρα που δε μιλεί, μόνο σκοτώνει: Πές μου, τι είμαστε; Tι 'ναι η ζωή και τι ΄ναι η αγάπη και τι ο θάνατος; Κ' εμείς γιατί τρέχομε έτσι; Kαι ποιoς μας σπρώχνει; Kαι που πάμε; Που πάμε;[...].''
'' Tώρα μόνο έβλεπε ο Ορέστης πως καμιά δεν είχε σχέση η Αγάπη με τη ζωή[...]Τα φυτά συρομαδιούνται και παλεύουνε για ν' αρπάσουνε πιότερο φως κι αέρα. Τα έντομα , τα ζώα, οι άνθρωποι κυνηγούνται και σκοτώνουνται -πότε φανερά, στήθος με στήθος, σαν εχτροί, πότε κρυφά κι αγκαλιασμένοι, μ' ένα φιλί γλυκό, τόσο γλυκό, που σκοτώνει.''
'' Έκλαιε και δεν ύψωσε το κεφάλι του να δεί αποπάνω του πόσο ήσυχα και τρομαχτικά αδιάφορα κυλιούνται τ' άστρα, σε μιαν αιώνια αμιλησιά. Πόσο τιποτένιοι και κουκλίστικοι οι πόθοι μας μπροστά σε μιαν αστροφεγγιά!''
''[...]όταν δεί κανείς έτσι κατάστηθα την αληθινή ζωή μέσα στο δάσος , στον ήλιο, στα βουνά, δεν μπορεί παρά ν' αηδιάσει τη ζωή των ανθρώπων και ανθρωπάκων, για τα ταπεινά τους όνειρα και τις φασουλίστικες φιλοδοξίες. Το να γενείς πλούσιος, υπουργός, μεγάλος, το να πεθάνεις δυο ώρες ή είκοσι χρόνια πρωτύτερα ή υστερότερα, όλα αυτά σπουδαιότατα για τους επιπόλαιους, τι σημασία έχουνε για ένα μέτωπο που εννοεί και σκίζεται;''
''[...] -ω! Τη φρικώδη αδιαφορία, την αβάσταχτη, που δείχνουνε στους πόνους μας ο ήλιος κ' η θάλασσα και το φεγγάρι και τα βουνά!-, απόξω από το παράθυρο, τη στιγμή εκείνη η μεσημεριάτικη ώρα του καλοκαιριού περνούσε κι οργίαζε. Τι αδιάφορη και τι σκληρή είναι η ζωή σ' εμάς -κ' εμείς πόσο την αγαπούμε!!!''
'' Tι πρόστυχες θα 'ναι οι ψυχές των ανθρώπων αφού μπορούν και συνηθίζουνε σε όλα!''
''Η δυστυχία που κάνει τους άλλους να κλαίνε δεν είναι τίποτα. Εκείνη που τους κάνει να γελούνε, αυτή 'ναι η δυστυχία.''
Αυτόματη ένωση συνεχόμενων μηνυμάτων: 14 Φεβρουαρίου 2021
------------------------------------------------------------------------------------------------
Αλλο ενα του Ν.Καζαντζακη,το "Βιος και Πολιτεια του Αλεξη Ζορμπα",ένα από τα πλέον γνωστά έργα του Νίκου Καζαντζάκη το οποίο έλαβε το 1954 το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος, ενώ συγκαταλέγεται στα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των εποχών σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου.Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται στην Κρήτη. Η ιστορία ξεκινά τη στιγμή που συναντιούνται στον Πειραιά οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου: ο Συγγραφέας και ο Ζορμπάς.
Αποσπασματα:
Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή,
του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει,
δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει
και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος:
Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη
χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη
χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο,
καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα.
Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται
όλες οι δυνάμεις του Σύμπαντου.
Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν,
ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω.
Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.
>Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω
και να βαστάξω το φοβερό
καθημερινό θέαμα της αρρώστιας,
της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.
Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα·
οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα.
Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό
βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει
ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.
Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας. Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους! Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας. Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας. Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα. Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί. Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο. Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα. Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου, και μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οι γίσκιοι των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν. «Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!» φωνάζουν μέσα σου οι νεκροι. «Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε· πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις Ιδέες μας· κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας· στερέωσε το εσύ! «Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε: Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθουμε τον αγώνα. Λύτρωσε μας!» Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: «Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!» «Αφεντικό, έχεις τα πάντα αλλά παρ’όλα αυτά χάνεις τη ζωή γιατί σου λείπει λίγη τρέλα. Εάν αποκτήσεις λίγη τρέλα θα καταλάβεις τι σημαίνει ζωή.» Αλέξης Ζορμπάς