Ξημερώματα και έχοντας αϋπνίες ( αν και κοπάνησα 4 ποτάκια σε έξοδο) δηλώνω έτοιμη να μοιραστώ κάποια περιστατικά.
1) αποκαμωμένη από 9 ωρο στη σχολή και στο καπάκι προπόνηση χορού (άρα ψυχή τε και σώματι νεκρή, σημειώστε), φεύγω για το σπίτι φίλης να ετοιμαστούμε γιατί το βράδυ έπαιζε παντειακό παρτάκι. Τέλειο το πάρτυ, όλα καλά και ανθηρά, ώσπου φτάνει η στιγμή να φύγω. Περιμένω έναν φίλο, λοιπόν, να περάσει να με πάρει και νομίζοντας πως είναι ο σταματημένος με τα αλάρμ, μπαίνω μέσα με φόρα, βγάζω τακούνια και ακουμπάω πατουσακια στο ταμπλό του αυτοκινήτου (ή πως λέγεται) και αρχίζω ενθουσιασμένη να λέω τα δικά μου κλασικά(άντε να με σταματήσει κανεις αν έχω όρεξη). Σε κάποια φάση γυρίζω απηυβδυσμενη αλλά με νάζι να παραπονεθώ γιατί δεν ξεκινά... εε όπως αντιλαμβάνεστε δεν ήταν ο φίλος μου. Ναι, είχα μπει σε λάθος αμαξι. Βέβαια εδώ να πω πως ήταν παραπλήσιο σε χρωμα, μάρκα κτλ με του φίλου. Και ναι βγήκα σαν τη βρεγμένη γάτα. Στο μεταξύ ο τύπος σοκαρισμένος και ανέκφραστος και εγώ να ψελίζω κάτι ασυναρτησίες. Δεν είχε χιουμορ, κακώς
2) στη σχολή πάλι, με 11 ωρο πρόγραμμα αυτή τη φορά ( οι ανώμαλοι μας είχαν βάλει 5 ώρες κενό με 2 τρίωρα στα άκρα) όντας αποκαμωμένη και άυπνη σχεδόν, παρά τους δυο καφέδες και τις προσπάθειες να μείνω ακμαία, λύγισα... Μας παίρνει, λοιπόν, ο ύπνος στον ξακουστό 7ο όροφο (οι παντειακοι ξέρουν). Έλα μου ,όμως, που ενώ τον είχαμε γλυκοπάρει ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ και βγαίνει ο καθηγητής τον οποιο είχαμε μετά (είναι οι όροφοι με τα γραφεία τους και άρα έχει νεκρα συνήθως).

Πέτυχα σε χιουμορίστα καθηγητή ευτυχώς, αλλά και πάλι...
3) ήμουν για διακοπές με το τότε αμόρε. Ξυπνάμε το πρωί και τον πιάνει η προκοπή (τέτοιους θέλουμε) να πάει για καφέδες και να φτιάξει πρωινό ενώ ήμουν για μπάνιο. Βγαίνω με όρεξη από το μπάνιο και να σου οι αγκαλίτσες κτλ κτλ.. Ελάτε όμως που δεν είχε κλειδώσει και μπουκάρει μέσα η καθαρίστρια (πριν τα πολλά πολλά, αλλά με εμένα τσιτσίδι) η οποία αφού έπαθε ένα μινι εγκεφαλικό έφυγε λέγοντας «μπράβο βρε παιδιά, όχι μπράβο. Τέτοια θέλω να βλέπω»

Από εκείνη τη στιγμή όποτε μας πετύχαινε (όχι σε τέτοια φάση ξανά ευτυχώς) άρχιζε τα «πόσο μ αρέσει να βλέπω αγαπημένα ζευγαράκια» και άλλα τέτοια αλλά με πολύ κριντζ ύφος και μας έφτυνε(αυτό το φτου φτου μη σε ματιάσω που έχει και σάλιο μαζί). Ήταν μάλλον η πιο αμήχανη συνθήκη στην οποια έχω έρθει. Το γυμνό ήταν πολύ καλύτερη συνθήκη από τα κριντζόλογα.
4) έξοδος με τύπο σε ακαθόριστο πλαίσιο (δηλ χυμαδιο καφές οτιναναι και όχι πρόταση για ραντεβού με χώσιμο) και μάλιστα με τύπο που δεν με ενδιέφερε. Τεσπα πάμε για τον ρημαδιασμενο τον καφέ και εν τελει ο τύπος αποφάσισε να χωθεί. Εκείνος 180 μοίρες στροφή, ενώ στη σχολή ήταν φιλικά και φιλικά και λαλαλα, οπότε ήμουν σε φάση «οκ γιατί όχι ένας καφες» του ρθε να βγάλει κάθε κριντζεροατάκα που ξέρει. Και να σου τα «χάνεται κάποιος όταν σε κοιτά στα μάτια» και λοιπές μπούρδες ή κοπλιμέντα διάφορα που ηταν απείρως εκτός κοντεξτ και όπως και να έχει δεν τα λες τόσο νωρίς, πόσο μάλλον για κάποια που δεν σε γουστάρει. Τεσπα, με πιάνει το στραβό μου (στην αρχή με έκαναν να νιώθω αμήχανα και μετά απλά τσίτωσα) και αφού παρακάμπτω 1-2 τέτοια, τα σχολιάζω και βγαίνω στην αντεπίθεση. Πετάγεται μια ηλικιωμένη από το δίπλα τραπέζι και αναφωνεί δυνατά «τι θες να σου λένε και εσένα πια;». Γυρνάω και ρίχνω resting bitch face, καλούμε τον σερβιτόρο να πληρώσουμε και όπου φύγει φύγει.
5) το σκηνικό μας αυτή τη φορά: πρωινό, πολύ πρωινό ξύπνημα και πέρασμα από κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Μπαίνω σε ένα μαγαζί να πάρω καφέ στο χέρι και βγαίνοντας βλέπω τύπο να κάθεται στο πεζουλάκι του δρόμου σε ψιλοάθλια κατάσταση και κάπως κουρνιασμένος. Βλέπω και το προτεταμένο χέρι με το ποτηρακι και σκέφτηκα ότι ήταν άστεγος. Αμ δε! Ρίχνω κέρμα που λέτε και ακούγεται σπλατς. Ήταν τύπος με hangover και το ποτήρι ο καφες του
