Η Φωφώ, η Μαρίκα, η Κατίνα, η Ελένη, η Χρύσα, η Πόπη, η Κούλα, η Άννα, η Γεωργία παραξενεύονταν με τη βιασύνη του, αλλά επειδή είχαν μεγαλώσει με τον φόβο μήπως μείνουν στο ράφι, δίσταζαν ν’ αφήσουν την ευκαιρία να πάει χαμένη. Εξάλλου ο νέος φαινόταν ηθικός και τίμιος, αφού ζητούσε γάμο και δεν προσπαθούσε να τις παρασύρει σε ερωτικές περιπτύξεις και στο μη περαιτέρω.
Την άλλη μέρα στο σπίτι της Φωφώς, της Μαρίκας, της Κατίνας, της Ελένης, της Χρύσας, της Πόπης, της Κούλας, της Άννας, της Γεωργίας, με χαμόγελα, σεμέν και κεράσματα περίμεναν τον υποψήφιο γαμπρό. Μόλις έκανε την εμφάνισή του, η χαρά γινόταν ενθουσιασμός. Νέος, όμορφος, σοβαρός, αριστοκρατικός, μορφωμένος, κομψός, ευγενικός, ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
Ο Δάγκας, Μερλέγκος, Βασακλής, Δασκαλής, Οικονομάκος, Σακλής, Φακής, Φωκάς παρουσιαζόταν ως φοιτητής της Νομικής, υπάλληλος του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και έφεδρος ανθυπολοχαγός. Ύστερα από τα λογοδοσίματα, έπαιρνε τη μνηστή του και πήγαινε σ’ ένα φωτογραφείο για να φωτογραφηθούν.
Στη συνέχεια εγκαθίστατο στο σπίτι της. Με την πρόφαση ότι χρειαζόταν χρήματα για να δώσει εξετάσεις και να πάρει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, ώστε να παραιτηθεί από τον ΟΛΠ και να μείνει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη ως δικηγόρος, εισέπραττε μια προκαταβολή της προίκας. Τότε άρχιζε η αναζήτηση της καινούργιας αρραβωνιαστικιάς. Όταν την έβρισκε, ξεφούρνιζε ένα ωραίο ψέμα στην προηγούμενη κι εξαφανιζόταν. Στα τρία χρόνια που κράτησε η δράση του στη Θεσσαλονίκη, έτρωγε, έπινε και κοιμόταν στα διάφορα πεθερικά, ζούσε από τις τραβηχτικές που έκανε και δεν χρειάστηκε να δουλέψει ούτε μια μέρα.
Μόνον στην Τούμπα, μέσα σε δύο χρόνια, είχε αρραβωνιαστεί τριάντα εννέα φορές. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα. Στη Θεσσαλονίκη είχε αρραβωνιαστεί συνολικά ογδόντα φορές, στην Αθήνα και στον Πειραιά εξήντα έξι, στην Σπάρτη οχτώ, στη Σάμο οχτώ, στον Βόλο έξι και στις Σέρρες δύο. Σύνολο αρραβώνων αριθμητικώς και ολογράφως 170, εκατόν εβδομήντα. Και όλα αυτά μέσα σε πέντε χρόνια!
Είχε προτίμηση στη Θεσσαλονίκη. «Α, όλα κι όλα», έλεγε. «Η Θεσσαλονίκη έχει τα ωραιότερα κορίτσια». Πάντα υπήρχε ο κίνδυνος της τυχαίας συνάντησης με κάποια από τις προηγούμενες αρραβωνιαστικιές. Τότε επιστρατευόταν η πιο πειστική για την περίπτωση δικαιολογία. Δήθεν είχε πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα, τάχα τον είχαν ανακαλέσει αιφνιδίως στον Πειραιά.
Τον συνέλαβαν την ώρα που απολάμβανε τον καφέ του στο καφενείο του Λευκού Πύργου. Τον μετέφεραν στη Γενική Ασφάλεια, ακόμα γνωστή ως Καταδίωξη. Κάποιοι είπαν ότι τον είχε καταγγείλει μία από τις πρώην. Είναι περίεργο που από τις εκατόν εβδομήντα αρραβωνιαστικιές, μόνον μία βρέθηκε να τον καταγγείλει. Άλλοι, πάλι, είπαν ότι τον έκαψε ένας αξιωματικός της αστυνομίας, που η ανιψιά του είχε διατελέσει μνηστή. Του είχε χαρίσει μάλιστα κι ένα κουστούμι, το οποίο ο θείος, αμέσως μετά τη σύλληψη, έσπευσε να πάρει πίσω.
Αυτά έγραφαν οι εφημερίδες τον Γενάρη του 1937 προσπαθώντας να δημιουργήσουν εντυπωσιακά άρθρα για τον εξ επαγγέλματος μνηστήρα, τον απατεώνα, τον προικοθήρα. Δόθηκε στη δημοσιότητα ένα κομπολόι από ονόματα, ανάμεσά τους και το απίθανο Πιτσιρίκος, που οφειλόταν κυρίως στη φαντασία των δημοσιογράφων και σε ό,τι πρόφτασε ν’ αρπάξει το αυτί τους στους διαδρόμους της Ασφάλειας. Το αληθινό του όνομα δεν έγινε γνωστό.