Ήταν από αυτά τα ηλίθια ασανσέρ με τις εξτρά πόρτες που τις κλείνεις μόνος σου κι αν δεν τις κλειδαμπαρώσεις αρνείται να ξεκινήσει. Ε, αυτές δεν έκλειναν ρε γαμώτο. Τέλος πάντων, τις έσπρωξα καλά καλά, βάρεσα και δυο κλοτσιές στο τέλος για το εφέ, πάτησα το 3 και μου έκανε τη χάρη.
Αμ δε
Είχαμε πάει πιο πριν με τη μαμά μου στο φυσιοθεραπευτή, κάναμε τη δουλειά μας (βασικά αυτός την έκανε, εγώ απλά στεκόμουν ζαρωμένη σε μια γωνία), τον πληρώσαμε, κατεβήκαμε, κι όπως άκουγα στο αυτοκίνητο τον εξάψαλμο λες και φταίω εγώ που είμαι σαν ορθή γωνία με πόδια, ακούω ένα "ωχ, κάτσε, τα γυαλιά μου πού είναι;". Χωρίς δεύτερη κουβέντα, σαν καλοκουρδισμένο ρομποτάκι, βγήκα από το αυτοκίνητο για να γυρίσω στο ιατρείο.
Όταν μισάνοιξα το εξτρά, άχρηστο, πουκακοχρονονάχει πορτάκι και αντίκρισα τον γκρι τοίχο να με χαιρετάει, η πρώτη μου σκέψη ήταν "Ω ρε πούστη". Εντάξει όμως, δεν πανικοβλήθηκα, ψύχραιμος άνθρωπος είμαι, άλλωστε είναι πέντε η ώρα το απόγευμα μέσα στη μέση της Εθνικής Αμύνης, σε ένα κτίριο που στεγάζει από αφροδισιολόγους μέχρι προπονητές τυφλόμυγας, ο θάλαμος αερίζεται επαρκώς, θα κολλήσω και το δάχτυλό μου στο danger bell, κανείς δεν έχει πεθάνει σε ασανσέρ, σωστά; Όλοι αυτές τις σκέψεις κάνουν, ναι... Τουλάχιστον μέχρι να κλείσουν τα φώτα

Εκεί περνάς στο mode "επιβίωση". Ορκίζεσαι στα γυαλιά της μάνας σου ότι οι τοίχοι κλείνουν και, μάλιστα, αφού δεν βλέπεις τίποτα πέρα από τη μύτη σου, δεν μπορείς να το επιβεβαιώσεις με καμία πειραματική διαδικασία. Οι τοίχοι κλείνουν μέχρι αποδείξεως του εναντίου και θα συνεχίσουν να κλείνουν μέχρι να πλακώσουν κάθε σου χιλιοστό. Κολλάς το δάχτυλο στο κουδουνάκι και αποδέχεσαι καρτερικά τη μοίρα σου.
Κάνεις και πολλά άλλα ντροπιαστικά πράγματα που ευτυχώς δεν ισχύει εδώ ο αμερικανικός νόμος και δεν έχουμε κάμερες σε κάθε αιωρούμενο κουβούκλιο, όπως να ξαπλώσεις κάτω (με το χέρι εννοείται τεντωμένο στο θαυματουργό κουμπάκι) και να τσιριζεις "Γαμώ τη μάνα σας", "Για ένα γαμημένο ζευγάρι γυαλιά θα πεθάνω" και άλλα τέτοια όμορφα, αλλά κυρίως αναπνέεις γρήγορα, πολύ γρήγορα, πολύ πολύ πολύ γρήγορα και κόβεις το λαιμό σου ότι ο θάλαμος δεν αερίζεται και θα σου σωθεί εντός ολίγων λεπτών το τελευταίο δράμι οξυγόνου.
Για να μην τα πολυλογώ, μια καλή κυρία από τον 4ο μου έσωσε τη ζωή, μου είπε δηλαδή "κλείσε τις πόρτες και ξαναπάτα τον 3ο". Έκλεισα τις πόρτες και ξαναπάτησα τον 3ο.
Δεν έχω νιώσει πιο ηλίθια σε όλη μου τη ζωή.
Η πλάκα είναι ότι από το γραφείο του κυρίου ιατρού πουκακοχρονοναχει δε βγήκε ΚΑΝΕΙΣ να δει ποιος έβαλε έναν ταύρο στον ανελκυστήρα ή γιατί βουίζει όλη η Θεσσαλονίκη. Όταν μπήκα μέσα είχαν σηκωθεί όλοι όρθιοι, η γραμματέας με ρώτησε αν εγώ είχα κλειστεί στο ασανσερ, είπα ναι, μου είπε να ηρεμήσω γιατί έτρεμα σαν τον Άρη στη Γ' εθνική και το μόνο, το ΜΟΝΟ πράγμα που είπε ήταν "κι αυτό το κουδούνι, τα αφτιά μας πήρε".
Τα γυαλιά ήταν στο καναπεδάκι του χώρου αναμονής, ο γιατρός μου εξήγησε τι να κάνω για να βρεθώ αυτή τη φορά στο ισόγειο χωρίς να θρηνήσουμε θύματα κι εγώ πήρα τις σκάλες.
Τέλος πάντων, δεν μπορεί να είμαι η μοναδική ηλίθια σε ολόκληρη Ελλάδα. Ελάτε....



Και καλή νέα σχολική χρονιά καλέ!!
